Καλό Δεκαπενταύγουστο, να έχουμε.

syvota_ormos_bg

Σύβοτα Θεσπρωτίας – Ήπειρος.

Advertisements

Την αποτέλειωσαν την Ήπειρο !!! «Έρμα μαντριά γεμάτα λύκ’ς».

3

Γράφει ο Χρίστος Α.Τούμπουρος                            

                                                                    
Η μετανάστευση καταβύθισε την Ήπειρο στα Τάρταρα. Δεν χρειάζονται μελέτες ούτε διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δείχνει η ίδια η πραγματικότητα. Ερήμωσαν τα πάντα. Ειδικά τα ηπειρώτικα χωριά μετατράπηκαν σε αληθινά γηροκομεία. Ο μέσος όρος ηλικίας των μόνιμων κατοίκων είναι πάνω από εβδομήντα έτη.
Να η μετανάστευση, να η εγκατάλειψη, να ο Κούπα και ο Κόλα, να. Έπεσε περονόσπορος. Ένα αίσθημα ανασφάλειας και απομόνωσης κυριαρχεί παντού, καθώς πολλά χωριά αποκλείονται τον χειμώνα από τα χιόνια και οι μεγαλύτεροι που έχουν απομείνει σε αυτά φοβούνται τώρα και κατεβαίνουν στην Αθήνα, κοντά στα παιδιά τους. Σε πολλά ο επισκέπτης στέκεται με δέος και κοιτά τον έρημο τόπο λες και τον εγκατέλειψαν θεοί και άνθρωποι. Εκεί, όπου η αρμονία χρωμάτων από τη μοναδική βλάστηση συνυπάρχουν με την ομορφιά και την εγκατάλειψη, έτσι για να θυμίζουν προηγούμενη ζωή και να τονίζουν το μέγεθος της εγκατάλειψης. Και οι άλλοι, όσοι είχαν την «προνομία» να ζουν στα αστικά κέντρα κι όσοι μπορούσαν, πετάγονταν μέχρι το χωριό. Να δουν τα γερόντια, το σπίτι, να φκιάξουν τα κληματάκια για κανένα τσίπουρο, να καθαρίσουν το χωράφ’ απ’ τα γκουρπένια, να τα ετοιμάσουν όλα για το καλοκαίρι. Κι έπεσε η πρώτη κατραπακιά. Να τα διόδια, να η γέφυρα Ρίου -Αντιρρίου, να η βενζίνη, να, να , να. Ακριβώς ο μισός μισθός.  Όσοι τυχαίνει να δουλεύουν. Γιατί περί τύχης πρόκειται. Όσοι βρίσκονται σε «κινητικότητα», «συμβάλλουν στην εθνική ανάταση και προκοπή της χώρας μας!» Κι έχει ο Θεός. «Βάλε με κυρά μ’ μέσα, βάλε με και παραμέσα». Και έβαλαν και τα σπιτάκια, σπιτοκάλυβα, μαντριά και στάνες στο μάτι, αφού οι  αρμόδιοι θεώρησαν όλα αυτά ως πηγή εισοδημάτων. Κι άρχισε το άρμεγμα! Να τα χαράτσια, να οι Δημοτικοί φόροι, η υπεραξία, το ΕΤΑΚ, και το διαολάκ, που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Και για του λόγου το αληθές. Την απόδειξη μού την έδωσε ο μπάρμπα Βασίλης, ο άξεστος, αλλά πάνσοφος αυτός χωρικός.  Μού είπε:»Για την  καλύβα αυτή, ανεψιέ,  που ο κισσός σκαρφάλωσε και έκλεισε τα παράθυρα πλήρωσα το σχετικό χαράτσι.» Τον κοίταξα απορημένος. Αυτός όμως συνέχισε: «Πρόσφατα διάβασα στις εφημερίδες ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, ανάμεσά τους τηλεοπτικά κανάλια και επιχειρήσεις Τύπου, εξαιρέθηκαν από το χαράτσι για τα ακίνητα, και μάλιστα αναδρομικά (!), με υπουργική απόφαση.» Κατόπιν τούτων έμπλεος υπερηφάνειας και  χαράς (στη χώρα μου υπάρχει και απονέμεται η ΙΣΟΤΗΤΑ) ανέγνωσα το άρθρο 4 του Συντάγματος .
Άρθρο 4
1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.[.]
Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι.. ΣΥΝΕΙΡΜΙΚΑ  πήγα ΚΑΙ στον Κολοκοτρώνη. «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση.»
Αυτά μού είπε ο μπάρμπας. Κι αν τα είπε; Αυτά  τα σπιτάκια!!! Το πως φτιάχτηκαν κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί. Ήμουν μαθητής Γυμνασίου και δούλευα Σαββατοκύριακα λασποπαίδι, όταν φκιάχναμε τα σπίτια που σχεδόν είχαν γκρεμιστεί από το σεισμό του 1967. Εκεί, να δεις τη νίλα όλων μας.  Περισσότερο κόστιζε το τραπέζωμα  των αρμοδίων για το δάνειο. Άσε τις κότες, τις ξεφώλιασαν όλες οι αχόρταγοι,  τα αυγά, τον τραχανά, ακόμα και το τσάι που είχαμε μαζέψει.  Αυτά κι αν ήταν χαράτσια. Να σε κλαίνε οι ρέγγες. Και επειδή κάποιος μπορεί να μού πει ότι αυτά τα βγάζω εγώ  από το μυαλό μου, αξίζει να διαβάσουμε τον πόνο της μάνας του Χάρη του Ζάχου για την έρμη την στέγασ’. (Χάρης -θα προσκρούσω στην μετριοπάθειά του, αλλά δεν μπορώ να σιωπήσω- εστί ένας γνήσιος Ηπειρώτης, με αξίες, που μια ζωή -εκπαιδευτικός ων- όργωσε σχολεία με  μαθητές  Ρομά και έχτισε τοίχια για να στεγάσει στα μυαλά των παιδιών αξίες και ιδανικά. Όλο το Μενίδι πίνει νερό στο όνομά του.)  Να  τι γράφει ο Χάρης.»Τότε που ήμουν μικρός, πολλές φορές άκουγα τη μάνα μου, που έλεγε: θα ‘ρθει η στέγασ’, να μας πάρ’ το σπίτ’.Στο μυαλό μου έφερνα τις «παρδαλές» τραγουδίστριες που έφερνε ο πατέρας μου από τα Γιάννινα στο πανηγύρι, για να ξερογλείφονται οι νέοι και κυρίως οι γέροι. Έλεγα: Τι θέλουν αυτές να μας πάρουν το σπίτ’, αφού είναι πλούσιες. Τα νύχια τους βαμμένα τάχουν, τα μαλλιά τους κατσαρά είναι, ολόκληρες μυρίζουν αρώματα, φοράνε και μεταξωτό βρακί! -έβλεπα, έβλεπα, τι δουλειά έχουν με το σπίτι το δικό μας; Κι έλεγε η μάνα: Θα βρεθούμε πάλι στου Σακαγιάνν’ το σπίτ’, μ’ αυτά που κάν’ ο πατέρας σας. Είναι και του Σχολαρχείου. Σπουδαγμένος.Όταν μεγάλωσα λίγο κατάλαβα πως δεν ήταν οι τραγδιάρες που έφερνε ο πατέρας μου από τα Γιάννινα, αλλά ήταν το στεγαστικό δάνειο που είχε πάρει για να χτίσουμε το σπίτι.  Κι έπρεπε να πληρωθεί, είχες δεν είχες. Διαφορετικά το έπαιρνε η Τράπεζα. Αυτή κι αν είναι παρδαλή!!! Αυτή, λοιπόν, ήταν η στέγασ’! Πέρασαν τα χρόνια, άντε να θρέψεις και να μεγαλώσεις οχτώ παιδιά και να πληρώσεις και τη στέγασ’.  Τα χαρτιά έρχονταν και ξανάρχονταν. Η μάνα δεν ήξερε γράμματα και τα έβαζε για προσάναμμα στη φωτιά.Έλεγε όμως και ξανάλεγε: Δεν γλιτών’ς με τίποτε απ’ τη στέγασ’. Θα μας το πάρ’ το σπίτ’. Μεγάλωσε η μάνα, πήρε σύνταξη από το ΟΓΑ, επίδομα Αντίστασης, το έκοψαν όμως  γρήγορα, γιατί καθώς φαίνεται δεν ξεψείριζε καλά στην Αντίσταση τις συναγωνίστριες, πέθανε ο πατέρας, έφυγαν τα αδέρφια για την ξενιτιά, άλλοι για την Αθήνα και άλλοι για την Αυστραλία, μα ο καημός της μάνας ήταν η στέγασ’. Και ήρθε το χαρτί από τη στέγασ’. Ήταν το τελευταίο. Εκείνο το δάνειο που ήταν τόσο, έγινε κι άλλο τόσο! Βλέπεις αυτό δεν τρώει, αλλά μεγαλώνει μόνο του. Έβαλε η μάνα το κεφάλι για χαμό. Χώθηκε μέσα στα τσιόλια κι έσκουζε μια βδομάδα.Τα είχα πει στον πατέρα σας. Σκιζοκέφαλος αυτός. Δεν άκουγε κανέναν. Ησύχασε, όταν μαζέψαμε όλα τα χρήματα, έστειλαν και τα παιδιά από την Αυστραλία και μαζί πήγαμε-ήθελε να δει με τα μάτια της-στα Γιάννινα και πληρώσαμε το δάνειο.Γύρισε στο χωριό και μετά από μια βδομάδα πέθανε. Τουλάχιστον είχε ησυχάσει από τον βραχνά. Δεν την κυνήγαγε η στέγασ’.»(Από το βιβλίο, Αγναντίτικα Λιχνίσματα, Χάρι Ζάχου και Χρίστου Τούμπουρου, Έκδοση π. Δήμου Αγνάντων, 2007).
Έχουμε και λέμε: Αυτός που έχει ένα σπιτάκι, μια καλύβα όπου έβαζαν τον τσάπο και την κοπελή, χρειάζεται για να πάει στο χωριό, κάθε φορά που θα πάει, κι έναν μισθό. Αν πληρώσει χαράτσια, ΕΤΑΚ, ρεύμα, νερό κλπ. άλλο ένα μισθό. Να πάει δυο φορές το χρόνο, να δει μήπως στο σπίτι εγκαταστάθηκε ο Κούπα και ο Λούπα, μήπως απ’ τα χιόνια μπάζει νερά;  Άλλους δύο μισθούς.
Άρα, «πιε γουμάρ’ αγίασμα». Το παρατάει ή στην  μου πει κανείς ότι  γι’ αυτά δεν πρέπει να ασχοληθεί η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας. Αυτό κι αν είναι πολιτικό θέμα! Οι φτωχοί αντιμετωπίζουν αυτά τα προβλήματα. Οι πλούσιοι; Σκασίλα τους. Ποια χωριά της Ηπείρου και πράσινα άλογα, καθώς και πράσινη ανάπτυξη. Και βίλες έχουν και Ινδούς, Αφγανούς, Φιλιππινέζες κλπ. έχουν, να τους υπηρετούν. Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας δεν υπηρετεί ανθρώπους με τέτοιες αντιλήψεις, δηλαδή χωρίς πολιτική συνείδηση, πολιτικά αδιάφορους, ιδιώτες σύμφωνα με τους αρχαίους, δηλαδή βλαμμένους, δηλαδή τέτοιους, όπως τους ονοματίζει ο ποιητής:
«Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός
με τόσες παραιτήσεις από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι.
Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.» 
Μιχάλης Κατσαρός

Ξενητεμένα μου πουλιά

mmmmmmmmmm

Στα ξένα δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!

Γράφει ο Χρίστος  Α. Τούμπουρος

Η ξενιτιά.  Τότε και Τώρα. Την έζησε  την ξενιτιά η Ήπειρος και, δυστυχώς, τη ζει ακόμα. Τζουμερκιώτης είμαι,  ξέρω καλά πως η  ξενιτιά, για πολλούς αιώνες,  αποτέλεσε βασικό στοιχείο και γνώρισμα της ψυχικής και κοινωνικής ζωής των Τζουμερκιωτών και, φυσικά, όλων των Ηπειρωτών. Οι περισσότερες Τζουμερκιώτικες οικογένειες -αν δεν είχαν μεταναστεύσει μέσα και έξω-  είχαν για πολλούς μήνες τους άντρες στο ταξίδι. Κάθε Μάρτη, ο αρχηγός της οικογένειας ήταν έρμαιο μιας σκληρής και αδυσώπητης μοίρας: να αποχωρίζεται τα αγαπημένα του πρόσωπα και να ξενιτεύεται, για να δουλέψει.
«Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει». Γι’ αυτό κι εγώ ό,τι και να διαβάσω κι ό,τι και να γράψω για την ξενιτιά, με πιάνει το συναίσθημα που μεταφράζεται σε αγανάκτηση. Με βαράει για τα καλά. Την επιστημονική ανάλυση την αφήνω για τους ειδικούς… Εγώ για  τον πόνο της ηπειρώτισσας γιαγιούλας μιλάω, ο οποίος, -φυσικά- δεν μπαίνει σε επιστημονική ανάλυση, και περνούν ξώφαλτσα απ’ αυτόν τον πόνο οι θεωρίες και τα Συνέδρια… Αν δε τυχαίνει να αγγίζω και τις Ηπειρώτικες καρδιές, μεγάλη η ΤΙΜΗ.

«Αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐξακολουθοῦσε χρόνια τώρα. Ἦταν ἀκόμα νέα ἡ Μήτραινα, ὅταν, χήρα, ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, ὁ Γιάννης, γιὰ τὴν ἔρμη ξενιτειά . Δὲν εἶχε ἀκόμα ἄσπρη τρίχα στὰ κατάμαυρα μαλλιά της, ὅταν τὸν φίλησε γιὰ ὕστερη φορὰ καὶ τὸν εἶδε ψηλὰ ἀπὸ τὴ ραχούλα μὲ δακρυόπνιχτα μάτια νὰ χάνεται στὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ νὰ γίνεται ἄφαντος.» Χρίστος Χριστοβασίλης
Αυτή η ιστορία άρχισε πάλι.
1959. Άγναντα Άρτας. Με βιολιά και με λαούτα ξεπροβοδίζουν οι χωριανοί τον Βαγγέλη που φεύγει για τη Γερμανία. Και σαν τον ξεπροβόδισαν  «θρονιάστηκε» η μάνα του   στην άκρη στο τσιουκανάρ’ και τις περισσότερες ώρες κοίταγε στο βάθος… Μακριά, πολύ μακριά.  Περίμενε…. Κάποτε, κάποτε «τραγουδούσε». Τραγούδι δεν μπορεί κάποιος να το πει. Κραυγή απελπισίας έβγαζε…
[…] «Στα ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξη τα δέντρα,
και δε λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δε λάμπει ο ήλιος,
δε φυλλαρίζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!
Στα ξένα, ποιος θα σε χαρεί και ποιος θα σε γελάσει;
Πούν’ της μανούλας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα;»
Κ. Κρυστάλλης

Ό,τι και να  «μου λέει» η φωτογραφία, εμένα δεν φεύγει από το μυαλό μου αυτό που έζησα παιδάκι. Ήταν η εποχή που μας επισκέφτηκαν  εκπρόσωποι  διαφόρων εταιρειών, οι οποίοι «πρακτόρευαν» τη μετανάστευση.  Συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού μου πάνω από πενήντα χωριανούς και χωριανές, τους έβαλαν στη γραμμη και προέβησαν σε υγειονομική  τους  εξέταση. Θυμάμαι και ανατριχιάζω…Πρώτα πρώτα μέτρησαν τα δόντια  τους. Δεξιά οι/αι μη χρήζοντες/χρήζουσαι οδοντιατρικής περίθαλψης. Αριστερά οι/αι οδοντιατρικώς προβληματικοί/ές. Κάποιος είπε: «ξεχωρίζουν τα ζωντανά». Ίσα που δεν τον έφαγαν οι άλλοι. «Θα έχουμε δουλειά, θα έρθει χρήμα, θα αναπτυχθεί τουριστικώς το χωριό μας.» Οι γραμματιζούμενοι το έλεγαν: «εισροή συναλλάγματος». Μανάδες περιμένουν να έρθει ο ταχυδρόμος, μπας κι έχουν  γράμμα απ’ το παιδί τους και, κυρίως, γευθούν την «εισροή συναλλάγματος». Και ο κόσμος έφυγε και το συνάλλαγμα ποτέ δεν ήρθε… Και εμείς, μεγαλώσαμε με το όνειρο να σπουδάσουμε, να φύγουμε απ’ το χωριό, να αποδράσουμε από τη φτώχεια και την ανέχεια, να σταματήσουμε να μαναρίζουμε τα ζωντανά, «να γίνουμε μεγάλ’  και τρανοί». Το πώς φύγαμε είναι μεγάλη, μα πολύ μεγάλη ιστορία. Την αφηγείται κατάλληλα η νεαρά ηπειρώτισσα. «Εγώ, η ………..…….. , αν με ρωτήσει κάποιος  για την καταγωγή μου, με περηφάνια και εγωισμό θα του απαντήσω:  Από την Ήπειρο είμαι! Έτσι,  με έμαθε ο παππούς μου. Είσαι Ηπειρώτισσα εσύ, μού ‘λεγε κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι του. Αληθινή Ηπειρώτισσα. Ας γεννήθηκες στην Αθήνα. Όσο τον θυμάμαι, δεν είχε πάει ποτέ του στο χωριό. Γι’ αυτό όμως μιλούσε καθημερινά.  Τον χάσαμε πέρυσι, πρόωρα. Αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τον πήγαμε στο χωριό. Εκεί πλέον αναπαύεται.  Τελευταία του επιθυμία… Όταν τον ρωτούσα για το χωριό, γυάλιζαν αληθινά τα μάτια του. Άστα αυτά παιδί μου. Όταν μεγαλώσεις θα τα μάθεις. Μια φορά μόνο μού είπε:  Ήρθα για ένα καλοκαίρι, να δουλέψω, παιδί,  δεκαεννιά χρόνων. Έμεινα σ’ όλη μου τη ζωή, εδώ στην Αθήνα.  Δεν λέω, τα κατάφερα.  Έκανα οικογένεια, καλά παιδιά και καλύτερα εγγόνια. Δε βαριέσαι. Αυτή είναι η μοίρα των φτωχών.  -Ποιων φτωχών παππού; τον ρώτησα. -Όλων των φτωχών του κόσμου, κορίτσι μου. Όπου γης. Τότε και τώρα. Αυτή η ριμάδα η ξενιτιά ή – όπως τη λένε οι γραμματιζούμενοι,- η μετανάστευση μάς πελέκησε, μάς ρήμαξε κι εμάς και τα χωριά μας. Αφάνισε όλη την Ήπειρο.Και ήταν η μία και μοναδική φορά που μού περιέγραψε τον ερχομό του στην πρωτεύουσα. Στα πανηγύρια γινόταν η επιστροφή! Αθήνα 1960 (Αριστοτέλους 50). Στο φορτηγό, πάνω στα καρπούζια, φορτωμένα από την Άρτα για Αθήνα. Η διεύθυνση: Αριστοτέλους 50. Εκεί κατοικούσαν οι πατριώτες και τα αδέλφια μου. Οικοδόμοι όλοι και οι πιτσιρικάδες  βοηθοί σερβιτόρων στην ψησταριά του Κώστα Μπαλατσούκα, Πανεπιστημίου 60. Ξημερώθηκα στο Αντίρριο. Εκεί έχασα τον προσανατολισμό μου. Από αλλού ήξερα ότι βγαίνει ο ήλιος και από αλλού τον είδα. Μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι, φτάσαμε στην Ομόνοια. Με κατέβασε και μού είπε ο οδηγός. -Άιντε στο καλό! Ποιο καλό, είπα μέσα μου. Μήπως ήξερα και πού ήμουν; Δρόμοι, αυτοκίνητα, ψηλά κτήρια…Αλλιώς μού τα ‘γραφε ο αδελφός μου, ο Κώστας. Έπρεπε να πάω στην Αριστοτέλους 50.  Ρωτώντας πας στην πόλη. Έτσι, έκανα και εγώ. Με τα πόδια και φτάνοντας στην Αριστοτέλους 50. Πού πενήντα… Δεν είχε αριθμό το νεοκλασικό. Διατηρητέα πολυκατοικία, ποιος ξέρει πόσων χρόνων ήταν. Ρωτάω τον περιπτερά, πού είναι το 50 κι εκείνος μού απαντά, χωρίς πολλές περιστροφές. -Μπροστά σου, είναι. Μια πόρτα μεγάλη, χρώματος καφέ, μισογκρεμισμένη, έχασκε. Μα, εδώ κάθονται οι πατριώτες μου; Δεν μπορεί. Αποκλείεται. Αλλιώς μου τα ‘γραφε, ο αδελφός μου, ο Κώστας. Κάθομαι στο πλατύσκαλο και περιμένω. Έφτασε το απόγευμα. Φανερώθηκε κατάκοπος ο Πάνο Βαγγελής. -Χαριλάκ’ , τι ζητάς εδώ; Μού είπε και με χάιδεψε στο κεφάλι. -Έλα κι εσύ εδώ. Εμπρός ανεβαίνουμε. Από μια σιδερένια σκάλα, που κάθε σκαλοπάτι έτριζε και νόμιζες ότι θα πέσει ολόκληρη, έσφιξα τα δόντια μου κι ανέβαινα, ανέβαινα, ανέβαινα…Στο μυαλό μου είχα-γιατί έτσι μού τα  ‘γραφε ο αδελφός μου ο Κώστας- δωμάτια, σαλόνια, μπάνια, διάδρομοι, λουλούδια…Φτάσαμε στην κορυφή. Ταράτσα να πούμε. Ο Πάνος με τη βαριά φωνή μού λέει:-Χαριλάκ’ εδώ είμαστε! Αντί για λουλούδια αντίκρισα κρεβάτια,  κρεβάτια… Αυτά τα λυόμενα, εκστρατείας τα λένε.  Στον τοίχο, στις πρόγκες κρεμασμένα, εργατικά παντελόνια. Έβλεπες και κανένα πουκάμισο από σιδερωτήριο. Κάτω από τα κρεβάτια, όλων των ειδών τα παπούτσια. Αλλιώς μού τα ‘γραφε ο αδελφός μου, ο Κώστας. Μέτρησα δώδεκα κρεβάτια. Εκεί κατοικούσαν δεκατέσσερα άτομα. Σε κάποια κρεβάτια θα κοιμόντουσαν δύο.  Ένα κεφάλι πάνω κι ένα κεφάλι κάτω. Μη ζητάτε έπιπλα. Ένα τραπέζι μισοσπασμένο με τρία πόδια κι ένα ποδήλατο με κλαταρισμένα τα λάστιχα. Όταν βράδιασε μαζεύτηκαν όλοι στην ταράτσα και ο καθένας έλεγε τα δικά του. Οι πιτσιρικάδες  πόσα πουρμπουάρ μαζέψανε και οι μεγάλοι για πόσα μέτρα τούβλα χτίσανε κι αν τους κόλλησαν τα ένσημα και πού θα πάνε για δουλειά την άλλη μέρα. Όταν ρώτησα πόσο πληρώνουν, όλοι μού απάντησαν. Τίποτε. Ήταν το σπίτι των πατριωτών μου. Όποιος ξεμπάρκαρε, ερχόταν στην Αριστοτέλους 50, στην ταράτσα…Α, ρε φτώχεια, τι έκανες…Όταν ρώτησα, -Τι κάνετε με τον ήλιο; Η απάντηση ήταν; -Φέρνουμε γύρω γύρω από το πλυσταριό. Το στέκι ήταν η Πίνδος. Καφενείο στην πλατεία Λαυρίου, κοντά στην Ομόνοια. Θύμιζε λίγο χωριό.   Εκεί ήταν το βραδινό στέκι. Εκεί έβρισκες δουλειά, μάθαινες νέα από το χωριό, ακόμη ποιος ήρθε και ποιος έφυγε. Σαν βράδιαζε για  τα καλά, ακουγόταν κάτω από το υπόγειο-Έλατο το είχαν βαφτίσει το μαγαζί- το κλαρίνο του Πάνου Ζέρβα. Ιτιά, ιτιά λουλουδιασμένη.  Μόνο που τα λουλούδια δεν φαινόταν πουθενά.
Κατεβαίναμε δύο-τρία σκαλοπάτια, σκύβαμε το κεφάλι μας, για να δούμε και να ακούσουμε καλύτερα.  Μέχρι εκεί……. 1960. Ηπειρώτες στην  «Ελληνική Γωνιά». Αριστοτέλους  50. Πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν από εκεί.  Αμέτρητα τα ονόματα. Όλοι πατριώτες, ηπειρώτες, ξενιτεμένοι…Αρίθμησε   καμιά τριανταριά ονόματα και κατέληξε.»Θα μού πεις, γιατί  τα θυμάσαι όλα αυτά και μού τα  λες;  Απλά, για να βρω τις ομοιότητες και τις διαφορές από τους ξένους μετανάστες. Ομοιότητες βρήκα, πολλές, μα πάρα πολλές. Βρήκα όμως και πολλούς, μα πάρα πολλούς  που δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Κι άλλους που δεν θυμούνται απολύτως τίποτε. Αχ, παιδί μου, το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, το νερό της θολό και το στρώμα σκληρό. Όλα τα ξενιτεμένα παιδιά είναι σαν τα ξενιτεμένα πουλιά. ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ ΑΥΤΟ. ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ. Κάποια μάνα πονάει πίσω τους. Κάποια μάνα τα περιμένει.» Αυτά μού είπε.  Κι άρχισε το τραγούδι. «Ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει».Κι έσβηνε τον πόνο του στο κατώι, που ονομάζονταν ΕΛΑΤΟΣ, όπου κάθε βράδυ είχε λόξυγγα η κλαρινόπληκτη –ηπειρώτικη- λουλουδιασμένη ιτιά. (Περισσότερα στο βιβλίο «Αγναντίτικα Λιχνίσματα» του Χάρι Ζάχου  και Χρίστου Τούμπουρου, Έκδοση π. Δήμος Αγνάντων, 2007. Γλέντι στον Έλατο.  ΚΑΙ πέρασαν τα χρόνια… Και φύγαμε προκειμένου και εμείς να υλοποιήσουμε το ιδανικό του νεοέλληνα: από χωρικός να μετασχηματιστεί σε αστό, να «μεταφυτευθεί» από το χωριό στην πόλη, να πετύχει την ανέλιξή του και την ένταξή του στην τάξη των μη χειρωνακτών αστών, που, εν πάση περιπτώσει, συνέπιπτε να είναι και η άρχουσα τάξη. Ο πατέρας στις οικοδομές, η μάνα στα θυρωρεία και εμείς Σαββατοκύριακα στις ταβέρνες, βοηθοί για το εβδομαδιαίο χαρτζιλίκι. Πίσω, στο χωριό η γιαγιά περίμενε…Στο δρόμο για την Αθήνα.
Και οι άλλοι… Αμερική, Σουηδία, Καναδάς…, όπου μπορεί να φανταστεί κάποιος. Ο καημός για την πατρίδα βαρύς… Τον καταπράυνε η επίσκεψη του Κιτσάκη, του Σιάτρα, του Κυρίτση,  των Χαλκαίων…  «Στον ήχο του κλαρίνου του Χαλκιά  βογκάει, τινάζεται, χαμογελάει και χορεύει η Ελλάδα» Γιάννης Ρίτσος. Εκεί, που για αυτούς τα καλύτερα κεράσια, σταφύλια, «βγαίνουν μόνο στο χωριό». «Στο χωριό να δεις πηγές να αναβλύζουν, τα πιο νόστιμα κατσίκια βόσκουν στα ηπειρώτικα βουνά…». Γενικά, ό,τι άλλο έχει σχέση με την πατρίδα, είναι το καλύτερο. Πέτρο Λούκας Χαλκιάς – Αντώνης Κυρίτσης. Και, ω του θαύματος η Ελλάδα  μπήκε στο στάδιο της ανάπτυξης και της προκοπής! Από μεταναστευτική χώρα μετατράπηκε σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Να, οι μετανάστες…Και ζούσαμε σε μια «καταναλωτική σχιζοφρένεια». Ώσπου έσκασε η βόμβα που ονομάζεται καινούρια μετανάστευση. Τι έγινε στην Ήπειρο; ΗΤΑΝ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΣΤΡΑΒΟ. ΤΟ ΕΦΑΓΕ ΚΑΙ Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ! Η φωτογραφία αποτυπώνει την πραγματικότητα…Η γιαγιά «ετοιμάζει» την πίτα. Θα έρθει το παιδί από την ξενιτιά. Πότε; Δεν ακούει κανείς. Η μοίρα του φτωχού, ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ. Γι’ αυτό ας το καταλάβουν όλοι καλά ότι το φτιάξιμο και το ψήσιμο της πίτας είναι ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ.  Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας να αναπτύσσει πολιτική δραστηριότητα.  Είναι καθήκον της…

Στιγμές και Μνήμες του Σουλίου

souli-13

Η Αδελφότητα των Απανταχού Μελιγγιωτών και η Ηπειρωτική Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, την Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013 και ώρα 8:30μ.μ., στην πλατεία των Μελιγγών, διοργάνωσαν εκδήλωση, με θέμα: «Στιγμές και Μνήμες του Σουλίου».

Ομιλητές: Πάνος Τζιόβας, λογοτέχνης – ιστορικός «Αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης του Πήλιο-Γούση». Μιχάλης Παντούλας, φιλόλογος – πρ. βουλευτής «Κούγκι και Ζάλογγο». Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος – συγγραφέας κ. Στέφανος Ντόβας.

Η προσφορά της Μαρτυρικής Μουσιωτίτσας στη νεώτερη Ιστορία. Χρονικό του Ολοκαυτώματος

ΜΟΥΣΙΩΤΙΤΣΑ

Διαβάστε εδώ  κάνοντας κλικ, αποσπάσματα από το Βιβλίο του Γεωργίου Σταύρου – Αναγνώστου, έκδοσης του 1988, της Κοινότητας Μουσιωτίτσας »Η Προσφορά της Μαρτυρικής Μουσιωτίτσας στη νεώτερη Ιστορία. Χρονικό του Ολοκαυτώματος» (Ιούλιος – Αύγουστος 1943)

http://greeksurnames.blogspot.gr/2011/08/25-1943.html

Πολυφωνικό Καραβάνι

KARAVANIepirus

Το μεγάλο ταξίδι των φωνών, το Πολυφωνικό Καραβάνι, φέτος γιόρτασε τα 15 χρόνια του, με το πιο όμορφο, το πιο υποσχετικό ταξίδι του! Από τις 27 Ιουλίου έως τις 10 Αυγούστου 2013, σε τρεις Χώρες, Ελλάδα, Αλβανία και Ιταλία! 
Ένα πολύτροπο ταξίδι. Με συναυλίες, σεμινάρια, παρουσιάσεις, προβολές, συλλογικές επιτόπιες καταγραφές, περιήγηση, περιοδεύουσα ελεύθερη κατασκήνωση. Ένα ταξίδι στα όρια, τα μεθόρια και τα υπερόρια της γεωγραφίας,της μνήμης και της έκφρασης! Ένα ταξίδι άνευ ορίων και άνευ όρων! Μια συλλογική ιχνηλασία, ένα ταξίδι μύησης στην παλαιότερη μουσική μας κληρονομιά, στα όρια της επιβίωσής της, στα ξέφωτα της ζώσας παράδοσης, από τα μονοπάτια και τα γεφύρια από όπου ου οι παραδόσεις των γειτόνων λαών σε Βαλκάνια και Μεσόγειο σμίγουν για να αναστήσουν κοινούς τόπους!

ΣΑΒΒΑΤΟ 27 Ιουλίου 2013, 9 μ.μ. Κρανιά Ελασσόνας
συναυλία με φωνητικούς ομίλους από την περιοχή
της Ελασσόνας, το πολυφωνικό σύνολο «ΧΑΟΝΙΑ» και τον ΘΑΝΑΣΗ
ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ που κατάγεται από την Κρανιά. Αφιέρωμα ένθετο στον
ποιητή ΧΡΗΣΤΟ ΜΠΡΑΒΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ 28/7, 1μ.μ. Αβδέλα Γρεβενών / συλλλογική επιτόπια καταγραφή
8μ.μ.  Αετομηλίτσα Γράμμου, συναυλία με ηπειρώτικα πολυφωνικά και βλάχικα τραγούδια

ΔΕΥΤΕΡΑ 29/7, 11π.μ. Κεφαλοχώρι Γράμμου/ Εργαστήρι Πολυφωνίας, μαθητεία τραγουδιών κοντά στις γυναίκες του Λούψικου.
3μ.μ. Καστάνιανη, Μαστοροχώρια, μαθητεία κοντά στην Μαριάννα Τζήμα
9μ.μ., Κόνιτσα, Γεφύρι Αώου / «τα νερά στα τραγούδια» – οπτικοακουστικό αφιέρωμα

ΤΡΙΤΗ 30/7, 10π.μ., Κεφαλόβρυσο, συλλογική επιτόπια καταγραφή με βλαχόφωνα πολυφωνικά τραγούδια
2μ.μ. Πολύτσανη, Άνω Πωγώνι, Εργαστήρι Πολυφωνίας και συλλογική επιτόπια καταγραφή
9μ.μ. πολυφωνικό γλέντι στο Δολό Πωγωνίου

ΤΕΤΑΡΤΗ 31/7, 11 π.μ., Παρακάλαμος / Συλλογική επιτόπια καταγραφή & Προβολή στη μνήμη της κυρά Φρόσως
3μ.μ., Θεογέφυρο / Εργαστήρι Πολυφωνίας & γεύμα
8μ.μ., Ζίτσα / μεγάλη συναυλία.

ΠΕΜΠΤΗ 1/8, 11 – 4 μ.μ., Άνω Δερόπολη / Εργαστήρι με τις
κυράδες της Άνω Δερόπολης & συλλογική επιτόπια καταγραφή
6μ.μ. με τους «ΝΕΟΥΣ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ» στο Κάστρο του Αργυροκάστρου
8μ.μ., με τον πολυφωνικό όμιλο ΔΕΡΒΙΤΣΑΝΗΣ στο κεφαλοχώρι της Δερόπόλης – πολυφωνικό γλέντι

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2/8, 10π.μ., χωριό ANDON POGI, με τον ομώνυμο, βλάχικο πολυφωνικό όμιλο
5μ.μ., χωριό Δρυμάδες Χειμάρρας, με τον πολυφωνικό ομιλο του χωριού
8μ.μ., Χειμάρρα, συναυλία

ΣΑΒΒΑΤΟ 3/8, 10π.μ., επιτόπια καταγραφή στο χωριό Φοινίκη, με τον πολυφωνικό όμιλο του χωριού
3μ.μ., Λαγγάβιτσα πηγές Καλαμά, Εργαστήρι Πολυφωνίας
5μ.μ., Βαβούρι Μουργκάνας, συλλογική επιτόπια καταγραφή
8 μμ, Τσαμαντάς, πολυφωνική βραδιά

ΚΥΡΙΑΚΗ 4/8, 10π.μ., Πολύδροσο Θεσπρωτίας, εκδήλωση για τα 15 χρόνια του Πολυφωνικού Καραβανιού
μεσημεριανό γεύμα στο μοναστήρι της Μίχλας
7μ.μ., Παλιά Σαγιάδα, 15 χρόνια ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ!
11:55μ.μ., αναχώρηση για Μπάρι, Ιταλία

ΔΕΥΤΕΡΑ 5/8, 9 πμ περιήγηση στο Lecce
12 μμ, υποδοχή στο Corigliano d’ Otranto
5 μμ, περιήγηση στο Κalimera
8 μμ,  περιήγηση και γκρεκάνικη βραδιά στη Sternatia

ΤΡΙΤΗ 6/8, 10π.μ. – 5 μ.μ. περιήγηση στο Otranto και στην Gallipoli
8 μμ, γκρεκάνικη και πολυφωνική βραδιά στη Masseria Sant’ Angelo, Corigliano d’ Otranto

ΤΕΤΑΡΤΗ 7/8, ταξίδι για BOVA MARINA, CALABRIA
9 μ.μ., υποδοχή από το σύλλογο «EISMIA»

ΠΕΜΠΤΗ 8/8, 10π.μ., περιήγηση στη BOVA SUPERIORE, επιτόπια καταγραφή,
περιήγηση στο χωριό Ροχούδι, βράδυ με γλέντι με τσαμπόνιες, ταμπουρέλα
και καλαβρέζικα ελληνόφωνα στο GALLICIANO!

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 9/8, αναχώρηση για Σικελία
12μ.μ., TAORMINA, Θέατρο Greco, συμβολική εκδήλωση
3μ.μ., άφιξη Συρακούσες, περιήγηση, συμβολική εκδήλωση στην Ορτυγία, ολοκλήρωση του καραβανιού

ΣΑΒΒΑΤΟ 10/8, 7μ.μ., απόπλους από το Μπάρι για Ηγουμενίτσα

Διοργάνωση «ΑΠΕΙΡΟΣ» αστική μη κερδοσκοπική εταιρία, ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Πληροφορίες στο apiros@otenet.gr και στο 6973 342114.