Ένα «ταξίδι» στα χνάρια του ποιητή Kώστα Καρυωτάκη

KAR2

Μια ξεχωριστή «αύρα» την οποία μπορεί να δημιουργεί ο χρόνος (ο οποίος φαίνεται να έχει μείνει στάσιμος στην Πρέβεζα του 1928) ή ο «μύθος» που περιβάλλει μέχρι σήμερα τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη , αποπνέει το σπίτι στο Σαϊτάν Παζάρ της Πρέβεζας, όπου ο ποιητής πέρασε τις τελευταίες 32 μέρες της ζωής του.
Η γραφική είσοδος με την σκάλα οδηγεί στον χώρο όπου ο Κώστας Καρυωτάκης έγραψε μερικά από τα πιο σημαντικά κείμενά του, λίγο πριν ξεκινήσει την τελευταία του διαδρομή. Τα παλιά έπιπλα (ανάμεσά τους και ένα κρεββάτι που χρησιμοποιήθηκε από τον ποιητή), αλλά και η θέα από το παράθυρο που βλέπει στο Σαϊτάν Παζάρι είναι σχεδόν ίδια με τις εικόνες που αντίκρυζε ο Κώστας Καρυωτάκης πριν 90 χρόνια. Η Δημοτική Ραδιοφωνία Πρέβεζας μπήκε στο σπίτι στο Σαϊτάν Παζάρ και αποτυπώνει εικόνες που αν μη τι άλλο αποτελούν ένα ταξίδι στα χνάρια του ποιητή το όνομα του οποίου συνδέθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο με την πόλη της Πρέβεζας.

ΟΙΚΙΑκαρ

ΟΙΚΙΑκαρ1.jpg

ΟΙΚΙΑκαρ2

Φωτο: Εξωτερική όψη οικίας (Γιάννης Βέλλης), εσωτερικό οικίας (Δημοτική Ραδιοφωνία Πρέβεζας)

Advertisements

Η Πρέβεζα «υποδέχθηκε» τον Κώστα Καρυωτάκη 90 χρόνια μετά «φορώντας» τα γιορτινά της

ΚΑΡ1.jpg

ΚΑΡ2
Στην προκυμαία της Πρέβεζας έπεσε το βράδυ της Κυριακής η αυλαία των εκδηλώσεων που διοργάνωσαν ο Δήμος, η Περιφερειακή Ενότητα καθώς και σύλλογοι , φορείς και καλλιτέχνες τιμώντας τη μνήμη του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη με αφορμή την συμπλήρωση 90 χρόνων από τον θάνατό του. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν από τις 18 Ιουνίου ημέρα κατά την οποία ο ποιητής έφτασε στην Πρέβεζα και κορυφώθηκαν το Σάββατο , ημέρα της επετείου θανάτου του αυτόχειρα ποιητή ο οποίος έβαλε τέλος στην ζωή του στις 21 Ιουλίου του 1928 όταν αυτοπυροβολήθηκε στην περιοχή Βαθύ.

Το βράδυ της Παρασκευής ο Δημοτικός Θερινός Κινηματογράφος άνοιξε για να φιλοξενήσει δύο εξαιρετικές καλλιτεχνικές δημιουργίες νέων ανθρώπων οι οποίοι χωρίς να έρθουν ποτέ στην πόλη, εμπνεύστηκαν τα έργα τους από τον ποιητή. Ο σκηνοθέτης Κύρος Παπαβασιλείου ταξίδεψε από την Κύπρο και παρουσίασε στο κοινό της Πρέβεζας την ταινία του «Οι εντυπώσεις ενός πνιγμένου» αποτυπώνοντας τον Κώστα Καρυωτάκη σε ένα σύγχρονο σκηνικό και θέλοντάς τον να επιστρέφει κάθε χρόνο λίγο πριν την επέτειο του θανάτου του και να αναζητά την ταυτότητά του. Την βραδιά πλαισίωσαν μουσικά δύο ταλαντούχα νέα παιδιά ο Γιάννης και Χάρης Μιχαηλίδης «πυρήνες” του γνωστού συγκροτήματος «Δραμαμίνη» οι οποίοι μελοποίησαν Κώστα Καρυωτάκη με μια ροκ προσέγγιση και δέχτηκαν με μεγάλη χαρά να έρθουν στην Πρέβεζα κάνοντας πράξη-όπως ανέφεραν- ένα όνειρο ζωής. Τους προσκεκλημένους καλωσόρισε η εντεταλμένη Σύμβουλος Πολιτισμού του Δήμου Πρέβεζας Ελευθερία Αγγέλη, η οποία και συντόνισε το σύνολο των εκδηλώσεων. Το βράδυ του Σαββάτου στο Ναυτικό Μουσείο Πρέβεζας παρουσία και του Δημάρχου Τρίπολης Δημήτρη Παυλή πραγματοποιήθηκε η κεντρική εκδήλωση. Τόσο ο Δήμαρχος Πρέβεζας Χρήστος Μπαΐλης όσο και ο κ. Παυλής (Δήμαρχος της πόλης όπου γεννήθηκε ο ποιητής) τόνισαν ότι ο Κώστας Καρυωτάκης , αυτός ο μεγάλος ποιητής συνέδεσε για πάντα τις δύο πόλεις και οι κοινές δράσεις για την απόδοση τιμής στο έργο του θα έχουν συνέχεια. Κεντρική ομιλήτρια της βραδιάς ήταν η Καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθήνας Χριστίνα Ντουνιά η οποία μίλησε για τον ερωτικό Καρυωτάκη, ενώ ο ποιητής φιλόλογος-ερευνητής Τάσος Μακράτος αναφέρθηκε στο σύνολο του έργου του ποιητή.
Ο Πρεβεζάνος ηθοποιός Κωνσταντίνος Κορωναίος απέδωσε ποιήματα καθώς και την τελευταία επιστολή του ποιητή, ενώ ο Βασίλης Τζίμας (με ένα δικό του μελοποιημένο τραγούδι σε στίχους της Μαρίας Πολυδούρη) και η καθηγήτρια του Δημοτικού Ωδείου Πρέβεζας Μαριάννα Τζαφέρι (με την συνοδεία των Κωνσταντίνα Ντούσια και Δήμητρας Αποστολίδη στο πιάνο) η οποία ερμήνευσε τραγούδια του ποιητή μελοποιημένα από τον Πρεβεζάνο συνθέτη Σπύρο Δήμα και την Λένα Πλάτωνος άνοιξαν και έκλεισαν αντίστοιχα την βραδιά. Την εκδήλωση εκτός από τους Δημάρχους Πρέβεζας και Τρίπολης τίμησαν με την παρουσία τους ο Γ.Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής Μιλτιάδης Κλάπας, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Κοσμάς Κορωναίος,o Πρόεδρος του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Ευάγγελος Συγκούνας ο πρώην Δήμαρχος Νίκος Γιαννούλης, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι και πλήθος κόσμου.
Η αυλαία των εκδηλώσεων έπεσε το βράδυ της Κυριακής στην πλατεία Δικαστηρίων με τις ομιλίες του Γιάννη Βέλλη (Γενικού Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών) και της εκπαιδευτικού-συγγραφέα Αλεξάνδρας Κωστάκη, ενώ οι Πρεβεζάνοι μουσικοί Κώστας Αντύπας, Γιώργος Ρούγκας , Ντίνος Γιαννάκος, Ντάνος Μηνιάδης, Σοφία Κυριάκη, Τέλης Δημητρακόπουλος , Ιάσωνας Ρώσσος, Μιχάλης Κριτσωτάκης και η μικρή Ειρήνη Σόφη, ένωσαν το ταλέντο τους και τίμησαν με κοινή συναυλία τον ποιητή ο οποίος 90 χρόνια μετά τον θάνατό του «επέστρεψε» σε μια πόλη που φόρεσε τα γιορτινά της για να τον υποδεχτεί.

ΚΑΡ4.jpg

KARYOTAKISmVELLIphoto1

 

ΚΑΡ3.jpg

Κώστας Καρυωτάκης: «Αφήνοντας την Πρέβεζα»

KAR2.jpg

Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης
ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης

21 Ιουλίου 1928. Η Πρέβεζα με βαραίνει περισσότερο από ποτέ, η υγρασία κι ο ήλιος προχωράνε στα στενά. Κάποια λουλούδια σκαλώνουν στον τοίχο μου, τα ακούω, ζητάνε ουρανό. Ο ήλιος τα περιμένει. Εμάς, μας σκοτώνει τελευταία… Οι σημειώσεις έτοιμες, όλα έτοιμα “για την υποδοχή του Νομάρχη”, τι κρίμα που δεν έρθει σήμερα να με δει σιδερωμένο με το καλύτερo γαλλικό μου κομμάτι να πέφτει πάνω μου και να τσακίζει. Το καπέλο μου -πρόσφατη παραγγελία- στο χέρι, στην τσέπη η έξυπνη αγορά ενός παγιδευμένου ανθρώπου, πεινασμένου για ελευθερία και ταξίδια, περιμένει την ώρα της. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι ξημέρωσε τόσο γρήγορα. Κλειδώνω. Η πόρτα αυτή ζει κατακτητές, αστειεύομαι. Φύγανε οι Τούρκοι. Οι νέες χώρες δένονται με την Ελλάδα και την μεγαλώνουν, μα με στενεύουν. Για αυτό με στείλανε εδώ. Το ξέρανε. Δύστροπος, αντιδραστικός, πώς θα χωρούσα τόσο μακριά από την πρωτεύουσα και τι θα προχωρούσα απ’ εδώ; Νάναι καλά ο κ. Υπουργός και το συνάφι του. Οι αγαπημένες μου, κάργες, με ξεχάσανε σήμερα. Τα κεραμίδια τυχερά, θα μείνουν στις θέσεις για λίγο και τα αυτιά μας ήσυχα.
Το λιθόστρωτο μου διέλυσε τα παπούτσια, σαν άλογο ακούγομαι εκεί πίσω, στα τζάμια που μένουν κλειστά στους περαστικούς. Να δω το λιμάνι για τελευταία φορά. Καλύτερα όχι, όταν έχεις δουλειά πρέπει να πηγαίνεις εκεί, όχι να δεσμεύεις τον χρόνο σου σε κόρτε και τσαλίμια. Ζεσταίνομαι, ιδρώνω, ήδη η πλάτη μου καίγεται και ο λαιμός μου στάζει. Έδεσα και τη γραβάτα, με κόμπο χειμωνιάτικο. Πως και δεν σκέφτηκα να την κάνω θηλιά στο παράθυρο, με τόσο μετάξι μέσα της. Το παράθυρο, θα ήταν μια λύση. Όχι δεν γυρίζω πίσω. Ήδη η πρώτη ανηφόρα ξεπεράστηκε με δυσφορία. Η θάλασσα είναι όμορφη, σαν να ξέρει, αλλά δεν ακούω φωνές. Αρνούμαι να ακούσω, έχω δουλειές. Υποσχέθηκα να τελειώσω σήμερα, ό,τι άφησα πίσω τις τελευταίες ημέρες. Στην Πρέβεζα, είτε μένεις είτε φεύγεις, σε κυνηγάει η θάλασσα με την περιέργειά της. Παντού κι από δίπλα. Αυτό το έμαθα καλά και δεν θα το ξεχάσω όσο ζω. Ευτυχώς… Εδώ και μισή ώρα προχωράω. Τα δέντρα μεγάλα, μιλάω μαζί τους, μ’ εμένα, με τις πέτρες που σκοντάφτω. Που και που σταματώ. Κάθομαι, πλάτη στη θάλασσα. Όπως οι βάρκες, κοιτάζω απέναντι. Ο δρόμος ξεχασμένος, ούτε άνθρωποι, ούτε ζώα στην πορεία μου. Η σκιά μου περιφέρεται, αλλάζει σχήματα, ξανάρχεται. Αλλά δεν με νοιάζει. Το καλοκαίρι φέτος, θα στεγνώσει τον τόπο. Άφησα τα κλειδιά στο γραφείο; Το πρωτόκολλο, θα φύγει σωστά; Η κυρία που μου χαμογέλασε, εξήγησε, πρέπει να φτάσει στην Αθήνα νωρίς. Για λόγους υγείας, οι χρόνοι αναγκαίο να μαζεύονται. Την καταλαβαίνω απόλυτα, ξέρω από αρρώστιες. Έδωσα προτεραιότητα με την υπογραφή μου. Θα με πιστέψει κανείς, ότι άφησα την Πρέβεζα; Δεν θα μάθω ποτέ. Αντιδραστικός και αναρχικός στα καθορισμένα, πόσα να χρεώσεις σ’ ένα Καρυωτάκη. Θέλω να πιώ κάτι. Να κάτι που ξέχασα. Ίσως την άλλη φορά, ίσως ποτέ. Εδώ είμαστε. Μια χαρά, έχει και ίσκιο. Το σημείωμα, το ετοίμασα στη θέση του. Σκάει ο τζίτζικας, αλλά η δουλειά δουλειά, υπόσχεση στον εαυτό. Είπα κάτι απλό και μου έδωσε αυτό. Ελπίζω τα χρήματα να πιάσουν τον τόπο τους. “Καλό και γρήγορο”, θυμάμαι τα λόγια του. Συγχωρείστε με κι εσείς, μαζί με τους άλλους. Τώρα, αφήνω την Πρέβεζα.

Κώστας Καρυωτάκης – Ἡ ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολή
Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.
Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.
Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές !!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.
Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.

karA1.jpg

Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. 90 χρόνια μετά στην ΠΡΕΒΕΖΑ
Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από το θάνατο του μεγάλου ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, στην Πρέβεζα, προχώρησα στη σύνθεση μιας τριλογίας, ώστε μέσα από τη λογοτεχνική απόδοση στιγμών του ποιητή & επιλογή ποιημάτων του, να πλησιάσει ο αναγνώστης την ψυχολογία του Καρυωτάκη, στις τελευταίες στιγμές του, καθώς και το στοιχείο της απώλειας. Μιας απώλειας, που στέρησε τον λογοτεχνικό κόσμο από τη συνέχεια του σημαντικού έργου του. Ενός έργου, που επηρέασε θετικά την ελληνική και διεθνή λογοτεχνία.
Γιάννης Βέλλης
Γενικός Γραμματέας της
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://pelogotechnon.gr
Ιδρυτής της
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
https://kostaskariotakis.wordpress.com
Τακτικό μέλος της
ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://www.eel.org.gr

Κώστας Καρυωτάκης: «Να γινόμουν θάλασσα»

KENTRIKI.JPG

Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης
Η θάλασσα με τρελαίνει, μακάρι να πέθαινα, να γινόμουν θάλασσα. Ό,τι δεν ζει, καλύτερα να φεύγει, με οποιοδήποτε τρόπο. Όλες οι ώρες του θανάτου, ίδιες φαίνονται. Μπλέχτηκα, έγινα ένα μαζί του, μα είμαι ακόμα εδώ. Τιμωρός, τιμωρημένος ενός Καρυωτάκη, που έρχεται, φεύγει, χάνεται, γυρίζει, επιμένει, αφήνεται. Πόσο όμορφα τα πράγματα, που δεν συλλογίζονται το καλό ή το κακό, του κόσμου που γυρίζει. Θέλω να προσέξω την Πρέβεζα, τη θάλασσα, τους ήχους, τη μυρωδιά του ανέμου, δεν με αφήνουν. Παγιδεύτηκα. Δεν με καταλαβαίνουν, δεν τους γνωρίζω, δεν δίνουν χρόνο στον δικό μου τελειωμένο. Πώς έφτασα εδώ, γιατί είμαι εδώ, τι περιμένω;

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης

Προσπαθείς να φύγεις, μισώντας ό,τι γυρίζει και σε περιεργάζεται. Ακόμα και τη θάλασσα αποφεύγεις να κοιτάς, μη σε πλανέψει όταν σταθείς απέναντι, λάγνος μαζί της, ονειροπόλος. Πρέπει να πεθάνει κάθετι όμορφο, είναι αναγκαίο, το ξέρω, για να μπορέσεις να περάσεις ευκολότερα απέναντι. Το ταξίδι δεν θέλει εικόνες, νοσταλγίες, αγάπες. Μόνος, απόλυτα μόνος! Ελεύθερος, περισσότερο από ποτέ.

Ἀπ᾿ ὅλα θέλω ἐλεύτερος
νὰ πλέω στὰ χάη τοῦ κόσμου.
Ἂν ἕνας φίλος μοῦ ῾μεινε,
νὰ φύγει, νὰ περάσει.
Κι ὅταν ζητήσει ὁ θάνατος
τὰ πλούτη πὄχω μάσει,
σένα, πικρία μου ἀπέραντη,
μονάχο νά ῾χω βιός μου.
Κώστας Καρυωτάκης

Θα βρω το κουράγιο, θα περάσω στην άλλη πλευρά. Ο δρόμος, πάντα ανοικτός, μα με πάει αλλού. Θα σταματήσω, θα κοιτάξω για τελευταία φορά, περισσότερο δυνατός, περισσότερο ξένος από ποτέ. Δεν θα λείψω, δεν θα ξαναδώσω παρουσίες, δεν θα κρίνω τις αδυναμίες που πατάω, δεν θα χλευάσω το σύμπαν που μας περιφρονεί, σαν τους κόκκους της άμμου που πατάμε. Θα λείπω, δια παντός. Το καταλάβατε; Η θάλασσα, ειρωνικά θα στέκει όμορφη, ξεχωριστή, παίζοντας με τα μάτια σας, την καρδιά σας, το μυαλό σας. Χωρίς Καρυωτάκη, πια.

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;
Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.
Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.
Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.
Κώστας Καρυωτάκης

Φθορά, η αισιοδοξία που σε ταπεινώνει, αδυναμία. Δεν επέτρεψα ποτέ στους στίχους μου να μακρηγορούν, δίνοντας αόριστες ελπίδες. Ξεγέλασα τον πόνο, ανοίγοντας πληγές να στέκονται στο φως, να καίγονται για την απουσία από τις ματαιότητες των ονείρων, όσων σκοτώνονται στα ξημερώματα. Δεν θέλω σωτηρία, απαλλαγή καθηκόντων απαιτώ, για το τέλος επιμένω.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
Κώστας Καρυωτάκης 

KAR4.jpg

Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. 90 χρόνια μετά στην ΠΡΕΒΕΖΑ
Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από το θάνατο του μεγάλου ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, στην Πρέβεζα, προχώρησα στη σύνθεση μιας τριλογίας, ώστε μέσα από τη λογοτεχνική απόδοση στιγμών του ποιητή & επιλογή ποιημάτων του, να πλησιάσει ο αναγνώστης την ψυχολογία του Καρυωτάκη, στις τελευταίες στιγμές του, καθώς και το στοιχείο της απώλειας. Μιας απώλειας, που στέρησε τον λογοτεχνικό κόσμο από τη συνέχεια του σημαντικού έργου του. Ενός έργου, που επηρέασε θετικά την ελληνική και διεθνή λογοτεχνία.
Γιάννης Βέλλης
Γενικός Γραμματέας της
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://pelogotechnon.gr
Ιδρυτής της
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
https://kostaskariotakis.wordpress.com
Τακτικό μέλος της
ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://www.eel.org.gr

Κώστας Καρυωτάκης: «Εκείνη επέμενε σ’ ό,τι αρνήθηκα να δεχθώ»

 

 

KAR1

 

Πρέβεζα. Φωτο: Γιάννης Βέλλης

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.
Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη
Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.
Κώστας Καρυωτάκης

Είναι όμορφη, ζωηρή, το ξέρει. Αλλά δεν σ’ αφήνει να αναπνεύσεις, Θέλει το ναι, πριν ρωτήσει κάτι. Όλο το γραφείο, το βλέπει. Με έχει παγιδέψει. Την αγαπώ, το φωνάζω μέσα μου, μα πνίγομαι δίπλα της. Πολύ καλή, μα μπορεί με μια ματιά της, μια ειρωνεία της, να σε σκοτώσει. Θέλω το κορμί της, την καρδιά της, το μυαλό της, τα μάτια της, αλλά. .. Δεν είναι για εμένα, για κανένα δεν είναι. Παγιδευμένη στον εαυτό της, όμως περισσότερο ελεύθερη από ποτέ. Δεν μπλέκεις με τη φωτιά, γιατί καίγεσαι. Έχω καεί τόσες φορές από τα λάθη μου, αυτό θα με τελειώσει. Αν δεν είμαι ήδη, τελειωμένος και δεν το έχω κατανοήσει. Όπως τόσα άλλα, ακόμη ψάχνω. Φωνάζει κάποιος Μαρία και γυρίζω να τη δω. Όταν έρχεται κοντά, φεύγω δίπλα, τόσες δουλειές θέλουν τελείωμα, είμαστε υπάλληλοι με ωράριο και παραγωγικότητα. Σπουδάσαμε γι’ αυτό. Μαρία, που είσαι;

Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως…
Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές
απ’ τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ’ αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές…
που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς…
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιας περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά…
Κώστας Καρυωτάκης 

Πλησιάζαμε να γίνουμε ένα, να μη χωριστούμε ποτέ. Τόσο καιρό μαζί, στο ίδιο γραφείο, δεν άντεχα άλλο μακριά της. Έφτανε η στιγμή, τόσο έντονα, τόσο δυνατά, που μας πλήγωνε. Δεν περίμενα να αλλάξει κάτι, πάγωνα, μια λέξη της ικανή να σβήσει τόσος πόθος. Μα με ήθελε, τόσο. Πόσα εμπόδια να ξεπεράσεις, όταν είσαι γεννήτορας εμποδίων…Λάθος αγάπη, διάλεξες κορίτσι μου, έρχονταν τόσο πιεστικά για να το πω, μα είναι λάθος η αγάπη; Και εγώ, που την αγάπησα τόσο, όσο ποτέ για γυναίκα. Χαμένος στις σκέψεις μου κι εκείνη περιμένει. Ένα χαμόγελο, ένα φιλί, διάολε τίποτα δεν αφήνω πάνω της, μόνο δαγκώματα μέσα μου, για να κρατηθώ.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
Κώστας Καρυωτάκης

Ήρθε κι η αρρώστια. Τώρα; Ήταν ανάγκη τώρα, που κάτι ήθελα δικό μου; Με ζητούσε όπως ήμουν, ήθελε μια απάντηση. Τόσα χρόνια, γραφεία, σκόνη, αντιδράσεις, αγώνες για δίκαιους και άδικους δρόμους. Είναι απέναντι τώρα, δεν ξέρει, όσο αυτό με τρώει καθημερινά και με τελειώνει. Το είπαν οι γιατροί, σιγά σιγά ο Καρυωτάκης θα γίνει αγνώριστος, αδύναμος, με πόνους, νεύρα. Ανοιχτές πληγές θα γυρίζουν, όλα αυτά στο μυαλό μου κάθε ξημέρωμα. Πώς να πω το ναι; Σίγουρα πιστεύει ότι θέλω άλλες, ότι είναι λίγη για εμένα, πως ψάχνω κάτι καλύτερο. Θα με πιστέψει ποτέ; Καλύτερα να φύγει. Δεν είμαι η τύχη της, δεν πρέπει να είμαι. Τόσο όμορφη, έξυπνη και δυνατή, θα βρει το δρόμο της. Μα μου λείπει κι ας είναι τώρα απέναντι…

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ’ τη χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων·
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια·
ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,
ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
και τον καημό δεν είπατε που γράφω·
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.
Κώστας Καρυωτάκης 

Επέμενε, το τράβηξε στα άκρα, εξήγησα, ήμουν τίμιος μαζί της, δεν ήθελε να ακούσει έφυγε. Πάντα έφευγε, όταν δεν γινόταν το δικό της, δεν καταλάβαινε. Την ήθελα περισσότερο από ποτέ, τόσο αδύναμος πια κι όμως αρνήθηκα. Μπορεί να με μισήσει! Θα τρελαινόμουν, αν με μισούσε. Πρέπει να φύγει μακριά, δεν είμαι η λύση στην ευτυχία της. Ταπεινώθηκα και μίλησα για την αρρώστια μου, μα τίποτα δεν πίστεψε. Το γραφείο δεν με χωρά πια, τίποτα δεν με χωρά. Έκλεισα τον ουρανό μου. Μόνο η γη γελά και συλλογίζεται τις έννοιες μου. Ο κ. Υπουργός βρίσκει ευκαιρίες, η γραφειοκρατία απλώνεται, η σκόνη τραβάει τα σαπισμένα μας παράθυρα. Γρανάζια ενός συστήματος, χωρίς αγάπη, προχωράμε στο τέλος μας.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
‘μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
Μαρία Πολυδούρη

KARYOTAKISmVELLIphoto1.jpg

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. 90 χρόνια μετά στην ΠΡΕΒΕΖΑ
Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από το θάνατο του μεγάλου ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, στην Πρέβεζα, προχώρησα στη σύνθεση μιας τριλογίας, ώστε μέσα από τη λογοτεχνική απόδοση στιγμών του ποιητή & επιλογή ποιημάτων του, να πλησιάσει ο αναγνώστης την ψυχολογία του Καρυωτάκη, στις τελευταίες στιγμές του, καθώς και το στοιχείο της απώλειας. Μιας απώλειας, που στέρησε τον λογοτεχνικό κόσμο από τη συνέχεια του σημαντικού έργου του. Ενός έργου, που επηρέασε θετικά την ελληνική και διεθνή λογοτεχνία.
Γιάννης Βέλλης
Γενικός Γραμματέας της
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://pelogotechnon.gr
Ιδρυτής της
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
https://kostaskariotakis.wordpress.com
Τακτικό μέλος της
ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
http://www.eel.org.gr