Ο τουρισμός στην Ελλάδα και το εξωτερικό. H θετική του συμβολή στην οικονομία

tourismos.jpg

Βασίλειος Βλασσάς
Διδάσκων Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής

Αριστείδης Παπαγρηγορίου

Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής

Πέτρος Καλαντώνης

Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής

Η συνεχής ανοδική τάση του Τουρισμού μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες παγκοσμίως. Ο σκοπός μιας τουριστικής δραστηριότητας μπορεί είναι επαγγελματικός αλλά και ψυχαγωγικός και μέσω ερευνών παρατηρούμε πως τον 21ο αιώνα θα παρατηρήσουμε μια μεγάλη αύξηση του τουρισμού. (WTO). Ο τουρισμός ετυμολογικά ως έννοια προέρχεται από τη λέξη tour. Η λέξη tour έχει γαλλικές ρίζες και σημαίνει μετακίνηση ατόμων από μία περιοχή σε μία άλλη. Τη λέξη tour όμως θα την συναντήσουμε και στη λατινική γλώσσα. Η λέξη πηγάζει από την λατινική λέξη tornare η ποία σημαίνει μετακίνηση με επιστροφή(Theobald,1994). Πολλοί ερευνητές ανά τα χρόνια προσπαθούν να εξηγήσουν τον τουρισμό.

Ο Pearce χώρισε τον τουρισμό σε κατηγορίες το 1982. Σε αυτές τις κατηγορίες θα συναντήσουμε μία κατηγορία όπου δεν έχει γίνει ακόμα η επίσκεψη στον τουριστικό προορισμό, μία κατηγορία του ταξιδιού στον τουριστικό προορισμό, το κύριο μέρος του ταξιδιού, το ταξίδι επιστροφής και τέλος μια χρονική στιγμή μετά το ταξίδι. O Mill και ο Morrison to 1992 με γνώμονα την παραπάνω θεωρία, υποστηρίζουν ότι στο τουριστικό ταξίδι ανήκει οτιδήποτε έχει σχέση με το ταξίδι αυτό κάθε αυτό αλλά επίσης τονίζουν πως σε ένα τουριστικό ταξίδι δεν πρέπει μην λαμβάνουμε υπ όψιν τις διαδικασίες πριν, και μετά τον τουριστικό προορισμό στον οποίο πραγματοποιήθηκε η τουριστική δραστηριότητα.
Ο Chadwick (1994) αργότερα δίνει έμφαση στη μετακίνηση των τουριστών. Πρέπει να υπολογίζονται θεωρεί ξεχωριστά η προσωρινή μετακίνηση από τη μόνιμη καθώς μέσω της έρευνάς του πιστεύει πως πρέπει να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ αυτών των 2 συνιστωσών. Για τον Chadwick ο τουρισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον διαχωρισμό από την καθημερινότητα, είτε εργασιακό είτε κοινωνικό.
Ο WTO στην προσπάθειά του να ορίσει τον τουρισμό θεωρεί τον τουρισμό ως το πλήθος των δραστηριοτήτων των ατόμων που μετακινούνται σε μέρη εκτός του καθημερινού τους περιβάλλοντος για λιγότερο από ένα έτος και περισσότερο από 24 ώρες. Ο λόγος μετακίνησης μπορεί να διαφέρει και να είναι λόγος αναψυχής, επιχειρησιακός ή άλλος λόγος.
Ο WTO από το 1995 έχει ορίσει τους διάφορους τύπους τουριστών. Ως travelers θεωρεί τα άτομα τα οποία ταξιδεύουν σε πάνω από δύο γεωγραφικούς προορισμούς ενώ ως visitor θεωρείται κάποιος ο οποίος διαμένει σε μία περιοχή πάνω από 24 ώρες και λιγότερο από 12 μήνες. Τέλος, ο excursionist παρουσιάζεται ως ο τουρίστας που διαμένει για λιγότερο από 24 ώρες στο ίδιο μέρος.
Ο τουρισμός από το 1970 και μετά σημείωσε μεγάλη άνθηση. Μπορεί βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής καθώς μέσω αυτού δημιουργούνται θέσεις εργασίας που αυτό οδηγεί σε καινούργια εισοδήματα αλλά και φορολογικές εισπράξει που προκύπτουν. (Οδηγός Τουρισμού της υπαίθρου για τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης,2008). Επιπρόσθετα πρέπει να υπάρξει ένα πλαίσιο πολιτικής το οποίο να είναι ενιαίο για τον ιδιωτικό αλλά και για το δημόσιο τομέα, όπου σε συνεργασία των δύο θα υπάρξει μια σοβαρή μελέτη όπου θα επέλθει τουριστική ανάπτυξη (Παυλόπουλος,2004). Πάντα πρέπει να λαμβάνουμε υπ όψιν πως ο τουρισμός είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο καθώς κάθε τουρίστας είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα με τις δικές του ανάγκες (Gibson, Yannakis , 2002).
Στην τουριστική βιομηχανία συναντάμε μεγάλη εξέλιξη. Ο τουρισμός έχει μία αύξηση περισσότερο από 16 φορές παραπάνω από τη δεκαετία του 70 και αυτό συμβαίνει κυρίως λόγο του περίσσιου ελεύθερου χρόνου σε σχέση με τότε αλλά και με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Σημαντικό ρόλο επίσης έπαιξε και η μετατροπή των ανεπτυγμένων χωρών σε χώρες υπηρεσιών (Kotler,1999). Αξίζει να αναφερθεί επίσης πως αν εξαιρέσουμε τις εξαγωγικές δραστηριότητες της πετρελαιοβιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας που κατέχουν τη μερίδα του λέοντος ο τουρισμός κατέχει την αμέσως επόμενη θέση. Στον τουρισμό, επίσης η γηραιά ήπειρος (Ευρώπη) εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά μετακίνησης τουριστών (Αγοραστάκης,2006).
Η ευχαρίστηση του τουρίστα πελάτη, όσον αφορά τα καταλύματα, μπορεί να επέλθει όταν καλύπτονται οι προσδοκίες του για τον τόπο όπου επιλέγει να πάει ως τουρίστας. Καλού επιπέδου καταλύματα σε συνδυασμό με μία καλή ποιότητα τουριστικού προϊόντος οδηγούν τον πελάτη σε ευχαρίστηση (Bortel & Crompton,1996). Αλώστε ο τουρισμός σύμφωνα και με τον Ηγουμενάκη (1991) είναι ένα φαινόμενο το οποίο είναι ένα σύνολο δράσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των επιχειρήσεων, των τουριστών της διοίκησης του τουριστικού προορισμού και της κοινωνίας υποδοχής. Η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό έχει βελτιωθεί και παγιωθεί. ¨Έχουν δημιουργηθεί σταθερές σχέσεις της Ελλάδας με μεγάλες αγορές του εξωτερικού. Λόγο του υψηλού ποσοστού που προσφέρει στο ΑΕΠ της χώρας ο τουρισμός, η Ελλάδα χρειάζεται την τουριστική βιομηχανία, κάτι στο οποίο είναι και μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερη. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα στη λίστα του World Travel and Tourism Council (2012) του 2011 βρίσκεται στην 24η θέση στην τουριστική αγορά. Στη χώρα μας για εκείνο το έτος το ΑΕΠ μας είχε συνεισφορά από τον τουρισμό 16,5% ,πάνω από 10δις. Ευρώ τουριστικές εισπράξεις.
Tο 2009 οι ευρωπαϊκές χώρες με τις περισσότερες τουριστικές αφίξεις ήταν η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία. Ενώ το 2010 οι χώρες με τις Περισσότερες αφίξεις τουριστών ήταν:
1. Γαλλία 76,8 εκ.
2. Η.Π.Α 59,7
3. Κίνα 55,7
4. Ισπανία 52,7
5. Ιταλία 43,6
6. Ηνωμένο Βασίλειο 28,1
7. Τουρκία 27
8. Γερμανία 26,9
9. Μαλαισία 24,6
10. Μεξικό 22,4
Οι δέκα χώρες βάσει των τουριστικών εισπράξεων για το 2010 είναι:
1. ΗΠΑ 103,5 δις δολλάρια
2. Ισπανία 52,5
3. Γαλλία 46,3
4. Κίνα 45,8
5. Ιταλία 38,8
6. Γερμανία 34,7
7. Ηνωμένο Βασίλειο 30,4
8. Αυστραλία 30,1
9. Χονγκ Κονγκ 23
10. Τουρκία 20.8
(WTO,2011)
Ο τουρισμός παγκοσμίως μας κάνει να συναντάμε μια ραγδαία αύξηση. Αυτό μπορούμε να το διακρίνουμε αν λάβουμε υπ όψιν πως από το μέσα του 20ου αιώνα μέχρι και σήμερα οι τουριστικές αφήξεις αυξάνονται με ετήσιο μέσο ρυθμό περίπου 6,5% και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει αύξηση έως και 322% του παγκόσμιου τουρισμού μέσα σε λιγότερα από 60 χρόνια (WTO,2010).
Παρόλα αυτά ο τουρισμός προσφέρει πολλά θετικά αλλά δημιουργεί σίγουρα και πολλά αρνητικά. Ο Mcintosh (1995) κατέγραψε τα θετικά και τα αρνητικά του τουρισμού. Συγκεκριμένα, μιλά για αύξηση του ΑΕΠ, για την αύξηση των κρατικών εσόδων, για τη δημιουργία εισοδημάτων, για τη διατήρηση της κληρονομιάς, την προώθηση της ειρήνης, την κατάργηση φυλετικών εμποδίων κ.α.
Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός σύμφωνα με αυτή την έρευνα προκαλεί υπερβολική ζήτηση πόρων, συγκρούσεις μεταξύ των πληθυσμών που δέχονται τουρίστες, ανισσόροπη οικονομική ανάπτυξη μεταξύ κρατών, εμπορευματοποίηση κάθε είδους τέχνης κ.α.

Βιβλιογραφία

Chadwick, R.A., (1994). Concepts, definitions, and measures used in travel and tourism research, pp. 65-80, in J.R.B. Ritchie and C.R. Goeldner, ed. Travel, tourism, and hospitality research: a handbook for managers and researchers (2nd ed.). John Wiley & Sons, New York.
Cohen J. (2006), Procreative Tourism as a last resort, Gynecologie Obstetrique Fertilite, Vol.34, No. 10, pp. 881-882
Gibson, H. & Yiannakis, A. (2002). Tourist roles. Needs and the lifecourse. Annals of Tourism Research, 29 • Gibson, H. (1998). Active sport tourism: who participates? Leisure Studies, 17, 155-170
Gibson, H. (2006). Sport tourism concepts and theories. Routledge Taylor and Francis Group.
Gibson, H. (2006). Sport tourism: Concepts and theories. London: Routledge.
Goff, B., McCormick, R., & Tollison, R. (2002). Racial integration as an innovation: Empirical evidence from sports leagues. American Economic Review, 92(1), 16–26
McBoyle, G. & Wall, G. (1987). The impact of CO2 – induced warming on downhill skiing in the Mill, R.C., and Morrison, A., (1992). The Tourism System: An Introductory Text. 2nd edition, New Jersey: Prentice-Hall, Inc
Pearce, P.L., (1993). Fundamentals of Tourist Motivation. In Tourism Research: Critiques and Challenges, edited by D. Pearce and R. Butler. London: Routledge and Kegan Paul, pp 85-105.
Pearce, P.L., (2005). Tourist Behavior: Themes and Conceptual Schemes. Edited by C.Cooper, C., Hall, M. and Timothy, D., Vol. 27, Aspects of Tourism. Clevedon: Channel View Publications
World Tourism Organization (1997). National and Regional Tourism Planning; Methodologies and Case Studies, 3rd edition. London: International Thomson Business Press.
World Tourism Organization (2005). City tourism and culture-the European experience. ETC Research Report. A report produced for the research group of the European Travel Commission (ETC) and for the World Tourism Organization (WTO) by LAgroup & Interarts. Brussels: N° 2005/1.
Αγοραστάκης, Γ. (2006). Το τουριστικό Μάνατζμεντ. Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Πολυτεχνείο Κρήτης.

Η επιχειρηματικότητα και η εξέλιξή της. H ιδιαίτερη περίπτωση της αθλητικής επιχειρηματικότητας

DSC_9889-1.JPG

Msc.Βασίλειος Βλασσάς
Διδάσκων Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Υποψήφιος Διδάκτωρ

 

 

 

 

Η επιχειρηματικότητα, ως έννοια, έχει προσεγγιστεί από πολλούς ερευνητές σε προγενέστερες και πρόσφατες έρευνες. Ο Schumpeter (1934) προσδιόρισε την επιχειρηματικότητα ως ‘την ικανότητα ατόμων να διαβλέπουν το κέρδος σε διάφορες δραστηριότητες συνδυάζοντας την εργασία, τη γη και το κεφάλαιο.

marathonios

Ο Gartner (1988) εκτιμά πως ‘επιχειρηματικότητα είναι το φαινόμενο ίδρυσης μιας επιχείρησης’, ο Timmons (1994) ισχυρίζεται πως ‘επιχειρηματικότητα είναι η δημιουργία ενός αντικειμένου ή μιας υπηρεσίας που έχει αξία’ ενώ οι Mcgrath και Mcmillan (2000) προσδιορίζουν την επιχειρηματικότητα ως ‘τρόπος σκέψης’. Ο Drucker (1985) βλέπει την επιχειρηματικότητα ως καινοτομία και την ορίζει ως ‘πράξη καινοτομίας’ και ειδικότερα εκτιμά πως η ίδρυση μίας νέας εταιρίας από μόνη της δεν αποτελεί επιχειρηματικότητα χωρίς καινοτόμο προσανατολισμό. Για τον Timmons (1994) ‘η επιχειρηματικότητα είναι η δημιουργία πράγματος ή υπηρεσίας’. Ο Timmons έδωσε βάση κυρίως σε ότι αφορά την επιχειρηματικότητα ως προϊόν με την έννοια πως το προϊόν πρέπει να κατέχει μία οικονομική αξία, η οποία αναγνωρίζεται με την τιμή πώλησης. Στη συνέχεια, άλλοι ερευνητές, όπως οι Bruyat και Julien (2001), άρχισαν να μελετούν την έννοια της επιχειρηματικότητας εστιάζοντας σε συγκεκριμένους κλάδους επιχειρήσεων και είδη επιχειρηματιών ενώ οι Shane και Venkataraman (2000) προσεγγίζουν την επιχειρηματικότητα ως «ένα σύνολο επιχειρηματικών ευκαιριών για όσους έχουν ως στόχο να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες αυτές αλλά και να τις αναζητήσουν.»

Αθλητικός-τουρισμός.jpg
Οι Vesper (1980), Low , Mcmillan και Gartner (1988) οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως επιχειρηματίας μπορεί να θεωρηθεί οποιοσδήποτε άνθρωπος στη ζωή του για ένα διάστημα αυτής και χαρακτηρίζουν την επιχειρηματικότητα ως διαδικασία. Ο Stevenson (1989) θεωρεί πως επιχειρηματίας είναι αυτός που αναζητά προς αξιοποίηση κάθε μορφή ευκαιρίας ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητά του. Τέλος, ο Mcgrath και ο MCmillan (2000) οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως επιχειρηματικότητα τελικά είναι τρόπος σκέψης πάνω από όλα. Οι ίδιοι ισχυρίζονται πως όσοι σκέπτονται με επιχειρηματικό τρόπο σκέψης είναι επιχειρηματίες από συνήθεια (habitual entrepreneurs) και έχουν ως στόχο να βρίσκουν καινούργιες ευκαιρίες συνεχώς και να τις υλοποιούν.

cache_876x3000_Analog_medium_178753_584501_3112018-825x510.jpg
Συνοψίζοντας, στις προαναφερθείσες επιστημονικές εργασίες η επιχειρηματικότητα φαίνεται να προσεγγίζεται ως μια διαδικασία κατά την οποία επιδιώκεται η βέλτιστη εκμετάλλευση των συντελεστών παραγωγής που σε συνδυασμό με την αξιοποίηση ευκαιριών συμβάλλουν στην επίτευξη κέρδους. Αναπόσπαστο συστατικό την ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας θεωρείται η καινοτομία η οποία αποτελεί επίσης μια διαδικασία απαραίτητη για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας.
Ο Henry (2003) ανέφερε πως η επιχειρηματικότητα είναι απαραίτητη για την υγιή οικονομία γιατί προσφέρει θέσεις εργασίας ενώ οι Wolcott και Lippitz το 2007 αναφέρουν πως η επιχειρηματικότητα επιδρά θετικά στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και των αποδόσεών τους.
Είναι γεγονός ότι επιχειρηματικότητα συνδέεται με κάθε τομέα οικονομικής δραστηριότητας. Άλλωστε, δεν θα ήταν εφικτή η δημιουργία επιχειρήσεων και η ανάπτυξη τους χωρίς την επιχειρηματικότητα.
Ακόμη, διαπιστώνεται ότι, η επιχειρηματικότητα τόσο ως προς το αντικείμενο όσο ως προς της μεθόδους και τα μέσα ανάπτυξης της εξελίσσεται διαρκώς. Το ενδιαφέρον επιχειρηματιών και επενδυτών για κάποιους επιχειρηματικούς κλάδους περιορίζεται ενώ αυξάνεται για κάποιους άλλους. Σε κάθε όμως περίπτωση η επιχειρηματικότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας σε καινούργιους κλάδους όπου διαφαίνεται ότι μπορεί με την κατάλληλη αξιοποίηση των παραγωγικών συντελεστών να επιτευχθεί κέρδος.

thes.jpgΟ αθλητισμός ιδιαίτερα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες στην Ελλάδα και τουλάχιστον μισό αιώνα για πολλές χώρες αποτέλεσε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η ανάπτυξη ως επιστημονικού αντικειμένου και η επιστημονική διερεύνηση της Διοίκησης αθλητισμού και αθλητικών δραστηριοτήτων. Εν τούτοις, τις τελευταίες δύο δεκαετίες φαίνεται να αυξάνεται το ενδιαφέρον των ερευνητών για την αθλητική επιχειρηματικότητα. Η Ratten (2010) η οποία συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίου για την αθλητική επιχειρηματικότητα, περιέβαλε στο πλαίσιο της αθλητικής επιχειρηματικότητας κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα που σχετίζεται με τον αθλητισμό.
Η αθλητική επιχειρηματικότητα εμφανίζεται κυρίως στις υποδομές ,όπου την συναντάμε με τις κατασκευές των αθλητικών χώρων και τη βιομηχανία του αθλητικού εξοπλισμού. Επίσης αθλητική επιχειρηματικότητα αναπτύσσεται και στην οργάνωση αθλητικών δραστηριοτήτων με την μορφή του προϊόντος.
Όσον αφορά την επιχειρηματικότητα στις αθλητικές δραστηριότητες, η αθλητική επιχειρηματικότητα εμφανίζει αύξηση τα τελευταία χρόνια Ο Ball (2005) θεωρούσε πως η επιχειρηματικότητα είναι σημαντική στον αθλητικό κλάδο γιατί λόγο του καταναλωτή το αθλητικό προϊόν χρειάζεται αλλαγές για να είναι ελκυστικό. Ο Manson το 1999 χώρισε σε υποκατηγορίες τις παροχές της αθλητικής επιχειρηματικότητας. Συγκεκριμένα τις χώρισε σε αθλητικό στάδιο, τηλεοπτικά δικαιώματα, συμβόλαια παικτών και γεωγραφική τοποθέτηση . O Hall το 2006 εκτίμησε πως η ανάπτυξη των μεγάλων αθλητικών γεγονότων είναι συνδεδεμένη μεταξύ αθλητισμού και αστικής επιχειρηματικότητας ενώ ο Spiling το 1996 έβλεπε τον αθλητισμό ως μία καθαρή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η έννοια της αθλητικής επιχειρηματικότητας και η σύνδεσή της με τα αθλητικά γεγονότα έχει μελετηθεί και ο Hall το 2006 έφτασε στο συμπέρασμα πως η ανάπτυξη των μεγάλων αθλητικών γεγονότων είναι συνδεδεμένη μεταξύ αθλητισμού και αστικής επιχειρηματικότητας. Επιπρόσθετα ,τα αθλητικά γεγονότα μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη και να δημιουργήσει μια ανοδική τάση στον ήδη υπάρχοντα τουρισμό ή να δημιουργήσει προϋπόθεση τουριστικής ανάπτυξης σε μη τουριστικές περιοχές. (Daniels,2003).

Msc.Βασίλειος Βλασσάς
Διδάσκων Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Υποψήφιος Διδάκτωρ

Βιβλιογραφία

Avnimelech, G., Zelekha, Y. & Sarabi, E., 2011. The Effect of Corruption On Entrepreneurship. Copenhagen Business School,, June, pp. 1-27.
Ball, S. (2005). The importance of entrepreneurship to hospitality, leisure, sport and tourism. Hospitality,leisure, sport and tourism network, May 1-14

Bolton, W., & Thompson, J. (2000). Entrepreneurs: Talent, temperament, technique. Oxford: Butterworth Heinemann

Botero, J. και συν., 2004. The Regulation Of Labor. The Quarterly Journal of Economics (2004), June, pp. 1339-1382

Bruyat, C., & Julien, P. (2001). Defining the field of research in entrepreneurship. Journal of Business Venturing, 16(2), 165–180.

Crompton & Mccay (1997). Motives of visitors attending festivals events. Annals of tourism research , 425-439

Drucker, P. (1995). Managing in a time of great change. New York: Truman Talley Books/Dutton

Gartner, W. (1988). Who is an entrepreneur? Is the wrong question. American Journal of Small Business,12, 11–31

Goff, B., McCormick, R., & Tollison, R. (2002). Racial integration as an innovation: Empirical evidence from sports leagues. American Economic Review, 92(1), 16–26.

Hall, C. M. (2006). Urban entrepreneurship, corporate interests and sports mega-events: The thin policies of competitiveness within the hard outcomes of neoliberalism. Sociological Review, 54(2), 59–70.

Hardy, S. (1996). Entrepreneurs, organizations,and the sport marketplace. In S. Pope (Ed.),The new American sport history (pp. 341–365). Champaign, IL: University of Illinois Press.

Henry, C., Hill, F., & Leitch, C. (2003). Entrepreneurship education and training. Aldershot: Ashgate.

Johannisson, B., & Monsted, M. (1997).Contextualizing entrepreneurial networking.International Studies of Management &Organization, 22(3), 109–137.

Kurtzman, J. (2005). Sport tourism categories. Journal of Sport Tourism, 10(1), 15–20.

McGrath, R.G. & MacMillan, I.C. (2000). The Entrepreneurial Mindset. Boston: Harvard Business School Press.

McNamee, M. J., & Fleming, S. (2007). Ethics audits and corporate governance: The case of public sector sports organizations. Journal of Business Ethics, 73, 425–437.

Shane, S., & Venkataraman, S. (2000). The promise of entrepreneurship as a fi eld of research.Academy of Management Review, 25(1), 217–226.

Spencer, A., Kirchhoff, B., & White, C. (2008). Entrepreneurship, innovation, and wealth distribution:The essence of creative destruction. International Small Business Journal, 26(1), 9–23.

Spilling, O. R. (1996). The entrepreneurial system: On entrepreneurship in the context of a mega-event. Journal of Business Research, 36(1), 91–103.

Stevenson, H.H., Roberts, M.J. & Grousbeck, H.I. (1989). New Business Ventures and the Entrepreneur., Irwin: Homewood.

Vesper, K.H. (1980). New Venture Strategies. Prentice Hall: Englewood Cliffs