Η Ηπειρωτική Συσπείρωση με θλίψη αποχαιρετά τον αγαπημένο μας δάσκαλο Κώστα Μπατσή

Την Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020 ο Κώστας Μπατσής, αγαπημένος δάσκαλος των Ηπειρωτών άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Πλατανούσα Ιωαννίνων. Η κηδεία του έγινε την Πέμπτη 8/10, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πλατανούσας, στις 13:00. Παραβρέθηκε αντιπροσωπεία της Ηπειρωτικής Συσπείρωσης.

  •  Κώστας Μπατσής, με καταβολές στην Εθνική Αντίσταση, διατέλεσε για πολλά χρόνια μέλος του Δ.Σ. της ΠΣΕ, χοροδιδάσκαλος, με μόνιμη παρουσία στα γραφεία της ΠΣΕ.

Διακρίθηκε για το ήθος, τη λεβεντιά και τη γλυκύτητα του, για το δημοκρατικό του φρόνημα. Πάντα δίπλα στην Ηπειρωτική Συσπείρωση, στον αγώνα για μια Πανηπειρωτική όπως την έχουν ανάγκη οι απόδημοι Ηπειρώτες. γνήσιος αυτός Ηπειρώτης όλη του η ζωή αποτέλεσε ακούραστο εργάτη της Παράδοσης και του Λαϊκού μας Πολιτισμού! Με ανιδιοτέλεια, πολύ υπομονή και αγάπη δίδαξε σε εκατοντάδες απόδημους Ηπειρώτες και ιδιαίτερα σε νέους όχι μόνο τους παραδοσιακούς χορούς και τον πολιτισμό μας. Τους δίδαξε ήθος και αξιοπρέπεια, να έχουν το θάρρος να υπερασπίζονται τους αδικημένους, την αξία της αλληλεγγύης. Τους έμαθε να σέβονται και να τηρούν τις παραδόσεις μας, να αγαπούν τους συλλόγους τους και να πηγαίνουν, όσο γίνεται περισσότερο, στα χωριά τους.

  • Η Ηπειρωτική Συσπείρωση αποχαιρετά τον Κώστα Μπατσή με ένα ποίημα που έγραψε γι’ αυτόν πριν λίγα χρόνια η Ηπειρώτισσα λογοτέχνης (από το Βασιλόπουλο Ιωαννίνων) Άννα Μπουρατζή-Θώδα, πρώην Α/Πρόεδρος της Πανηπειρωτικής.

Πατρίδα μου Πλατανούσα

Αφιερωμένο στον Κώστα Μπατσή

Ψυχή π’ ακούει που τραγουδάει σε ρίζες και ρου-

μάνια,

μέσα στις ακροποταμιές μαζί με τα πλατάνια,

με ήρωες και ξωτικά στα βάθη των αιώνων

γίνεται τσάμικο η καρδιά στους τάφους των προγόνων.

Κι όταν ο άνεμος βογγά και τη βροχή σκορπίζει

έρχεται δάκρυ της ψυχής έτσι το χώμα ανθίζει

«φτενά χωράφια και στεγνά» όμως οι φλόγες

ψέλνουν φεγγοβολάνε τα βουνά, τα κόκκαλα ανασταίνουν . Εσύ μ’ αγάπη τραγουδάς σε ρούγες και σε κάστρα

Μύθος και παραμύθι

Ως γνωστό ο μύθος δεν είναι παραμύθι.
Ο μύθος αποτελούσε την ιστορία, σε μορφή παράδοσης, για τις προϊστορικές κοινωνίες..


Του Σωτήρη  Λ. Δημητρίου

Το παραμύθι είναι κάτι «παρά του μύθου», κάτι που θέλει να «μοιάσει» στο μύθο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μύθος. Το παραμύθι είναι μία φανταστική ιστορία η οποία μπορεί να εμπνεύστηκε από ένα πραγματικό γεγονός, αλλά όλα τα άλλα είναι φανταστικά. Στο παραμύθι δεν προσδιορίζεται χρονικά ή τοπικά, παρά μόνο είναι μία φανταστική αφήγηση.

Ο μύθος είναι μία πραγματική ιστορία, η οποία αλλοιώθηκε κατά τη μετάδοσή της, μέσω της ανθρώπινης φαντασίας.
Η φαντασία στο μύθο πολλές φορές χρησιμοποιείται για να καλύψει την ανάγκη του αφηγητή να μεταφέρει πληροφορίες τις οποίες άκουσε, αλλά δε κατανόησε.
Γι’ αυτό ο αφηγητής, κατά την εξιστόρηση, φροντίζει να μεταφέρει τα γεγονότα με πιο απλοϊκό τρόπο προς την αντίληψή του και τη λαογραφία της κοινωνίας όπου ζει. Αυτό γίνεται μηχανικά, ίσως ασυναίσθητα.
Ο ακροατής, που παίρνει τις πληροφορίες από τον αφηγητή, στη συνέχεια θα γίνει και ο ίδιος αφηγητής. Αντιλαμβάνεται όμως την ιστορία με τα δικά του δεδομένα και τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες και με βάση αυτά την αναμεταδίδει. Για αυτόν τον λόγο κυρίως βλέπουμε μικρές παραλλαγές στον ίδιο μύθο, ενώ παίζει ρόλο και ο τόπος, στο οποίο αυτός διαδόθηκε. Ας σημειώσουμε εδώ ότι στον μύθο, για τους αφηγητές έχει σημασία το κεντρικό νόημα της ιστορίας, το οποίο δεν αλλοιώνεται κατά την αφήγηση.

Άρα λοιπόν ο μύθος και το παραμύθι είναι δυο διαφορετικές έννοιες.
Ολοφάνερο λοιπόν ότι η πρόθεση «παρά», εδώ κάνει την διαφορά.
Άλλο ένα παράδειγμα είναι η λέξη κράτος και παρακράτος. Μία αντιστοίχιση με το παραπάνω παράδειγμα θα μας «δείξει» πάλι ότι:
Το παρακράτος είναι κάτι «παρά του κράτους», κάτι που θέλει να «μοιάσει» ή να υποκαταστήσει το κράτος. (Υπό μία τουλάχιστον έννοια).
Έτσι λοιπόν μετά από μία στοιχειώδη εισαγωγή φτάνουμε στο «δια ταύτα».
Κάνοντας λόγο λοιπόν για την Αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να υπερηφανευόμαστε ότι (γενικώς) ήμασταν λαός κοινωνίες ή πόλεις-κράτη, των εννοιών. Τον τελευταίο (τουλάχιστον) μισό αιώνα είμαστε του «παρά».
Ξεχάσαμε την παράδοσή μας, που είναι η Ελληνική μυθολογία και λατρέψαμε το παραμύθι. Γενικώς και αδιακρίτως, παντού παραμύθι, στην κοινωνία στην πολιτική (η πολιτική πια δεν είναι πολιτική αλλά παραπολιτική).
Έχουμε γίνει λαός και κράτος του …παρά.
Η παιδεία έγινε παραπαιδεία, η μόρφωση τείνει σε παραμόρφωση.
η φιλολογία έγινε παραφιλολογία,
η ακρίβεια έχει αντικατασταθεί με το «τσακ» της τελευταίας στιγμής, το παραπέντε δηλαδή. Η νόηση με την παρανόηση.
Το ρήμα βαίνω, έχει ξεχαστεί πλήρως, το παραβαίνω όμως, το γνωρίζουμε άπαντες. Καλύτεροι όλων και ιδανικό παράδειγμα οι αιρετοί μας.
Όσο πιο ψηλά, ιστάμενοι, τόσο πιο καλά το γνωρίζουν!
Όλες οι δραστηριότητες όλοι οι τομείς της κοινωνίας και της πολιτικής δεν κυριαρχούνται από την λογική, τον νου αλλά την παράνοια.
Προσφιλής λέξη των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων είναι στα επί των οικονομικών η λέξη παρακράτηση. Σαν ουρολογική διάγνωση ένα πράγμα. Ίσως επειδή οι περισσότεροι βρίσκονται στην 3η ηλικία πλέον και νομοθετούν για την 1η ηλικία ή τους αγέννητους, διότι τους υπόλοιπους κατάφεραν να μας ξεκάνουν ήδη με συνοπτικές διαδικασίες.
Και βέβαια δεν μιλάμε πλέον, αλλά παραμιλάμε.
Τι πλέον κινείται στο προσκήνιο; Βολεύει το μουλωχτό και το παρασκήνιο.

Δεν ακούμε πια για κάποιον ότι είναι τολμηρός. Αυτό συνήθως είναι κάτι θετικό και πολλές φορές είναι το ζητούμενο να υπάρχουν τολμηροί. Οι τολμηροί βελτίωσαν, διόρθωσαν, ακόμη και απελευθέρωσαν κοινωνίες. Όταν λέμε όμως παράτολμος, ίσως είναι και απερίσκεπτος ή ασυλλόγιστος. Οπότε τον κατηγοράμε και άρα τον θέλουμε δειλό και άτολμο. Και βάζω κι εμάς όλους μέσα διότι είμαστε συνένοχοι ηθελημένα ή αθέλητα. Έχουμε κι εμείς υποχρέωση να βλέπουμε την φάκα, όχι βουρ στο τυρί…!
Το ρήμα «ποιώ» οι νεώτεροι σε μεγάλο ποσοστό ίσως το αγνοούν, όμως το παραποιώ το ξέρουν όλοι. Διότι η «παραπαιδεία» (και όχι με την έννοια των φροντιστηρίων. Αυτά υπάρχουν επειδή η παιδεία είναι ανύπαρκτη), η παραπαιδεία λοιπόν, είναι η κρατούσα παιδεία. Το ξέρουν όλοι οι «απαίδευτοι» εκάστοτε «βασανιστές» της παιδείας.
Οι πολιτικοί κάνουν περισσότερο παραπολιτική παρά πολιτική. Μήπως θα έπρεπε κι αυτοί να αποκαλούνται πια παραπολιτικοί; Για αυτό λοιπόν και για πάρα πολλά άλλα, ο μύθος είναι μύθος και το παραμύθι, παραμύθι.
Ο μύθος και η μυθολογία είναι κάτι άλλο. Ας μη τον βεβηλώνουμε εξομοιώνοντάς τον με τα παραμύθια.
Τρώμε λοιπόν παραμύθια και η ασιτία είναι κοντά κι ας μην θέλουμε να την δούμε.
Αλλά και έτσι να τους πούμε δεν θα «ιδρώσει κανενός το αυτί».
Αφού δεν ιδρώνει το αυτί των πεινασμένων, γιατί να ιδρώσει το αυτί των αιρετοχορτάτων;
Επίκαιρος και ο Κώστας Βάρναλης, στο ποίημα: «Οι Μοιραίοι» γράφει στην τελευταία στροφή:

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Για το θάνατο του συναγωνιστή ΓΡΗΓΟΡΗ ΦΩΤΟΥ

Έφυγε από τη ζωή ο αγωνιστής-μαχητής της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Γρηγόρης Φώτου. Η πολιτική του κηδεία γίνεται αύριο Τρίτη 15/9/2020, ώρα 5μμ από το Νεκροταφείο Χαλανδρίου.

Ο Γρηγόρης Φώτου γεννήθηκε το 1929 σε το μικρό χωριό Γολά της Θεσπρωτίας – Ηπείρου, στις υπώρειες της Μουργκάνας. Από την περίοδο της κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και ενημέρωνε τους χωριανούς για τις εξελίξεις στα μέτωπα και το ΕΑΜ, γράφοντας συνθήματα κ.λπ.

Το Γενάρη του 1948 μαζί με άλλους συγχωριανούς κατατάσσεται στο ΔΣΕ στο Αρχηγείο Ηπείρου που ονομάστηκε, αργότερα 8η Μεραρχία. Πήρε μέρος σε μάχες στη Μουργκάνα και αργότερα στην περιοχή Λάκκα Σούλι στην Ταξιαρχία Πετρίτη και ήταν σύνδεσμος του Λόχου. Τραυματίστηκε στο χέρι και μεταφέρθηκε στα Τίρανα Αλβανίας, όπου εγχειρίστηκε . Μετά την ανάρρωση του επέστρεψε στα τμήματα της 8ης Μεραρχίας στο Γράμμο και βρέθηκε στο απόσπασμα Κώστα Παλαιολόγου. Τελευταία υπηρέτησε ως σύνδεσμος στην 169 μονάδα στο Γράμμο.

Με την υποχώρηση του ΔΣΕ βρέθηκε στην πολιτική προσφυγιά, στην Τασκένδη όπου εργαζότανε και φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών απ’ όπου αποφοίτησε με το δίπλωμα του Γλύπτη. Αργότερα τελείωσε τη σχολή Δημοσιογραφίας και ασχολήθηκε επαγγελματικά.

Μέλος του ΚΚΕ από το 1980 συμμετείχε δραστήρια σ’ όλη την κοινωνική – πολιτιστική ζωή της παροικίας και ως στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης και του Συλλόγου Πολιτικών Προσφύγων.

Το 1952 παντρεύτηκε τη μαχήτρια του ΔΣΕ Δήμητρα Τσιόγκα και απέκτησαν μια κόρη και ένα γιό. Επαναπατρίστηκε το 1977 οικογενειακώς και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Από την ίδρυση της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΘΕΝΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ήταν μέλος του ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ και τελευταία εκλεγμένος Πρόεδρός της.

Η κεντρική Διοίκηση της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ αποχαιρετά το συναγωνιστή Γρηγόρη Φώτου και εκφράζει τα συλλαλητήρια της στους οικείους του.

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                 H ΓΕΝΙΚH ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΗΜΕΡΤΖΗΣ                                                     ΤΟΥΛΑ ΜΗΤΣΕΑ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ

Π.Ε.Α.Ε.Α. – Δ.Σ.Ε. Μέλος της FIR

ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΙΩΝ 12 – 2οςΟΡΟΦΟΣ

106 82 ΑΘΗΝΑ

ΤΗΛ: 21 8831368, 8222952

Fax: 210 8834093

E – mail: peaea@yahoo.gr

Αυλαία για το ηρωικό Σούλι 2 Σεπτέμβρη 1822. Για το Σούλι και την Ελλάδα

Μία είναι η πατρίδα, η Ελλάδα. Έλληνες είμαστε όλοι!

Ό,τι συμφέρει στην κοινή πατρίδα την Ελλάδα, αυτό συμφέρει και στην μερική, το Σούλι!

Ένας είναι ο αγώνας. Ό,τι πάθωμε θα το πάθωμε όλοι μαζί.


Του Σωτήρη Λ. Δημητρίου

 «Επρόκριναν ν’ αποθάνωσι παρά να αμαυρώσωσι το όνομά των δι’ απιστίας αποχωριζόμενοι ομοθρήσκων συμπολεμιστών». Τρικούπης. Το ίδιο γράφει και ο Σπηλιάδης.

«Την πήρανε (την επανάσταση), με την συνηθισμένη τους ορμητικότητα και αποτέλεσαν την πρωτοπορεία των πολεμιστών της θυσιάζοντες το αγαπημένο τους Σούλι και εγκαταλείποντες όλες τις παραδόσεις της φυλής τους για να ενωθούν με τους νέους Έλληνες και να πάρουν κι αυτοί το όνομα Έλληνες». Γ. Φίνλεϋ.

Έγραψαν όλοι οι Σουλιώτες μαζί ένα γράμμα στον Χουρσίτ.

«Υψηλότατε Βεζίρ Μεχμέτ Χουρσίτ Πασά,

          Το υψηλόν σου μπουγιουρδί ελάβομεν…Ευχαριστούμεν τον Θεό ότι εγνωρίσατε καλά, τα όσα άδικα έκανε εις εμάς ο προκατοχό σας Ισμαήλ Πασόμπεης…»

Και καταλήγει το γράμμα:

«…προτιμούμε χίλιες φορές να  με τιμή και δόξα, παρά να αμαυρώσουμε το όνομά μας με την αιώνια ντροπή της προδοσίας.

Ταύτα και σας προσκυνούμε όλοι οι Σουλιώτες μεγάλοι και μικροί.   Σούλι 7 Μάη 1822».

Έδεσαν την τύχη τους με τους Έλληνες και η απάντηση ισοδυναμεί με: «Θέλεις το Σούλι, έλα να το πάρεις».

Αυτή η απάντηση, δεν ξάφνιασε τον Χουρσίτ. Σκέφτηκε να ορμήσει με όλα τα ασκέρια του πάνω στο Σούλι. Κοντά του είχε όλους τους Τουρκαλβανούς του Ομέρ Βρυόνη οι οποίοι όμως δεν είχαν διάθεση για νέα πειράματα στο Σούλι. Ψυχολόγησε την κατάσταση και έστειλε μπέηδες και αγάδες στο Σούλι, να τους πείσουν να μη κάνουν πόλεμο και σκοτώνονται άδικα μα να κανονίσουν τα πράγματα μεταξύ τους.

Οι Σουλιώτες  είχαν αποφασίσει να μην έρθουν σε καμία συμφωνία μαζί του.

Άλλαξε ταχτική και άρχισε τις απειλές κι εκβιασμούς.

Τότε σηκώνεται πάνω ο Γιώτη Νταγκλής και είπε στους απεσταλμένους του Χουρσίτ:

– «Δεν είστε οροί αγάδες ικανοί, να μας σκλαβώσετε τα γυναικόπαιδα, μα και εμείς δεν θα τα αφήσουμε ζωντανά να τα σκλαβώσετε εσείς, σαν έρθει τέτοια ανάγκη. Εμείς θα τα σφάξομε με τα χέρια μας».

Οι Σουλιώτες ήταν πια οι μαχητές ενός ενιαίου μετώπου, από το Σούλι ως το Μοριά.

Όπως πριν το 1803 έτσι και τώρα, άρχισαν οι Σουλιώτες να παίρνουν τα μέτρα για την άμυνα. Κάλεσαν τους παρασουλιώτες από τα χωριά τους, να πάρουν τα πράγματά τους και να έρθουν στο Σούλι. Ήρθαν οι παρασουλιώτες με όλα τα πράγματά τους στο Σούλι. Όλοι πειθάρχησαν στην ανάγκη της λευτεριάς.  Πήραν όλα τα μέτρα της άμυνας γιατί ο αγώνας θα είναι σκληρός και ο εχθρός είχε πολλές δυνάμεις και η πατρίδα (Σούλι) θα αποκλειστεί από παντού.

Αμέσως απευθύνθηκαν και στην κυβέρνηση με το παρακάτω γράμμα:

«Ευγενέστατοι κυβερνήτες του Μοριά και της Ρούμελης, χαίρετε και υγιαίνετε.

Πολλά γράμματα σας στείλαμε  ως τώρα και οι απαντήσεις σας όχι μονάχα σπάνιες είναι μα και αδιάφορες. Για αυτό βιαστήκαμε να σας στείλομε τους πατριώτες μας  Μάρκο Μπότσαρη, Θανάση Δράκο, και Λάμπρο Ζάρμπα να σας πουν και στοματικώς τα όσα συνέβησαν εδώ. Αλλ’ ως την ώρα δεν πήραμε απάντησή σας. Ως φαίνεται ή αδιαφορείτε ή δεν μας πιστεύετε…»

 Και ζητάνε στο γράμμα οι Σουλιώτες, να τους στείλουν 3-4 καράβια να πάρουν τις φαμίλιες τους, «…για να μην κινδυνεύουν από τον πόλεμο, αλλά και να μην τρώνε άσκοπα τις τροφές…». Με τα ίδια καράβια, ζητάνε «…μπαρουτόβολα και τροφές προτού να  μπλοκάρει ο εχτρός…»

          Στο τέλος του γράμματος τους ξαναθυμίζουν:

«…Αν κάνατε τότε τα όσα σας γράφαμε, σήμερα θα βλέπατε εμάς να πηγαίναμε  να χτυπήσουμε τον Χουρσίτ και όχι αυτόν να έρχεται κατά πάνω μας.

Σούλι 10 Μάη 1822

Οι πολίτες: Νότης Μπότσαρης, Ζυγούρη Τζαβέλας, Γιώργο Δράκος, Τούσα Ζέρβας, Γιώτης Νταγκλής, Λάμπρο Κοσμάς».

Αυτό το γράμμα είναι κατατοπιστικό της κατάστασης τότε στην Ήπειρο. Το πήγαν ο Μάρκος με δύο ακόμα Σουλιώτες.

          Απλός και ντροπαλός κατέβηκε ο Μάρκος αλλά τον περίμεναν με θερμές εκδηλώσεις στην Δυτική Ελλάδα και στον Μοριά.  Οι τιμές που του έγιναν και ο σεβασμός που του έδειξαν δεν είχε προηγούμενο.

Απλός και ντυμένος με τα χρώματα της σημαίας μας ήταν ο Μάρκος. Θαλασσί γιλέκο και άσπρη φλοκάτα. Έτρεξαν όλοι να δουν τον ήρωα με την τόση σεμνότητα κι οι καπεταναίοι να αγκαλιάσουν τον νέο άντρα του Σουλιού… 

Λαμπροφορεμένος ήρθε και ο γέρος του Μοριά να τον συναντήσει. Αρκετή ώρα κουβέντιασαν με τον Θοδωρή και ο ένας κατάλαβε τον άλλον.

          Στις 27 Μάη 1822 ο Μάρκος Μπότσαρης υπόγραψε στον Μωριά με τους Κολοκοτρώνη, Παναγ. Γιατράκο, Αλεξάκη Βλαχόπουλο, και Γιώργο Σισίνη μυστικό πρωτόκολλο που υποχρέωνε όλους όσοι το υπόγραφαν να βοηθάνε  ο ένας τον άλλο στην ανάγκη.

          Περιγράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης και ο Σπ. Τρικούπης γλαφυρά τα κατορθώματα των Σουλιωτών κατά του Χουρσίτ και γράφει χαρακτηριστικά ο Τρικούπης:

«Φτάνουν αυτά τα κατορθώματα των Σουλιωτών να μαρτυρήσουν την παλικαριά τους αν δεν ήταν γνωστά καθόλου τα προηγούμενα». 

Τα αποτελέσματα της μάχης των Σουλιωτών κατά του Χουρσίτ γνωστοποίησαν οι Σουλιώτες στον Μάρκο Μπότσαρη που βρισκόταν στο Μεσολόγγι με γράμμα:

«Φιλογενέστατε αδερφέ μου καπετάν Μάρκο, αδελφικώς ασπαζόμεθα

1822 Ιουνίου 6 Κάστρο Κιάφας

«…Εχαρήκαμεν κατά πολύ που άρχισε ο Χριστιανισμός με την Ένωση δια να λάβει και κατάσταση. Σας ειδοποιούμε τα τρέχοντα από εδώ…»

Και αφού γίνεται σύντομη περιγραφή των μαχών και της ταχτικής που ακολουθήθηκε καθώς και το νικηφόρο τέλος καταλήγει το γράμμα, με έναν  κατ΄ εμέ  πολύ σημαντικό επίλογο:

 «…Λοιπόν, αδέρφια, μη χάσετε τον καιρόν, ότι πολλά πράγματα μας στεναχωρούν,  όπου οι άνθρωποί μας  σας τα παρασταίνουν σε πλάτος…[*]

Ο πατέρας σου Ζυγούρης Τζαβέλλας, Νότης Μπότσαρης, Τούσης Ζέρβας». [**]

(Το γράμμα στον Δ. Οικονόμου)

Γλύτωσε ως τώρα το Σούλι αλλά οι Τούρκοι ήταν αμέτρητοι στην Ήπειρο, δεν θα άφηναν τους Σουλιώτες να τους εξευτελίζουν από τα βράχια. Έφυγε ο Χουρσίτ και έμεινε ο φοβερός σερασκέρης, ο Ομέρ Βρυώνης που είχε πολύ πείρα από τους Σουλιώτες από τότε που ήταν στον Αλή. Από όταν εξοντώθηκε ο Αλή πασάς είχε και τους τουρκαλβανούς μαζί του. Ολόκληρη την Ήπειρο την αντιπροσώπευαν οι Σουλιώτες το 1822. Έπρεπε να βοηθηθεί η Ήπειρος, εδώ ήταν καρφωμένα, χιλιάδες τούρκικα ασκέρια.  

Πιστεύω ότι ο επίλογος αυτού του γράμματος, προσφέρεται για σημαντικά συμπεράσματα.

[*] – Ότι παραποιούσαν ενίοτε διάφοροι τα λεγόμενα ή τα γεγονότα ή και τα δύο, όπως το βλέπουμε σε πάρα πολλές ιστορικές πηγές, όχι μόνο στην ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών. 

[**] – Ότι επιβεβαιώνονται όλοι όσοι υποστηρίζουν (μη εξαιρουμένου και του γράφοντος), πως οι καυγάδες των Σουλιωτών ήσαν όπως οι ενδοοικογενειακοί καυγάδες και όχι όπως παρουσιάστηκαν , με προδοσίες ίντριγκες και τόσες άλλες ίσως υπερβολές.     [«…Λοιπόν, αδέρφια, μη χάσετε τον καιρόν…»] ή  [Ο πατέρας σου Ζυγούρης Τζαβέλλας, Νότης Μπότσαρης, Τούσης Ζέρβας»].

Μπορεί οι τραχύτητα των Σουλιωτών να  φούσκωνε τους καυγάδες, αλλά δεν ήσαν καυγάδες μίσους.  Ήσαν καυγάδες που συνέβαιναν και μέσα σε μία οικογένεια, όσο έντονοι και να ήσαν.

Ολοφάνερος είναι ο τρόπος που προσυπογράφουν το γράμμα προς τον Μάρκο Μπότσαρη οι παραπάνω καπεταναίοι: Τζαβέλλας, Μπότσαρης, Ζέρβας.

Τον αποκαλούν γιο τους, όταν προσφωνούν στο γράμμα: «Ο πατέρας σου»

Και αυτό λοιπόν είναι ένα ακόμη  σημαντικό στοιχείο, να πέσουν στο κενό προσπάθειες ιστορικών που μεγαλοποίησαν κάποιες, διαφορές μεταξύ των Σουλιωτών για να φαντάζονται παντού προδότες και προδοσίες, καθώς και μίση που ίσως απόβλεπαν σε άλλους στόχους, που πιθανόν στόχευαν σε πρόσκαιρες δικές τους ματαιοδοξίες.

Απώτερος στόχος, εξωγενών του Σουλίου παραγόντων, ήταν να διχάσουν τους Σουλιώτες, για δικά τους προσωπικά ή άλλα συμφέροντα. Παραπλανημένοι οι Σουλιώτες, κάποιες φορές, έπεφταν στις παγίδες εκείνων των εξωγενών (για τους ιδίους) παραγόντων.

Ο δρόμος της αρετής, της αξιοπρέπειας, της αγάπης, στην ζωή, στην ελευθερία, στον άνθρωπο, είναι δύσκολος, αλλά ωραίος και πιο όμορφος από την ίδια την ζωή. 

Εδώ κάπου ίσως τελείωσε η 1η πράξη για τους Σουλιώτες… Όμως συνεχίστηκε με μεγάλες ακόμη θυσίες για την απελευθέρωση ολόκληρης της ελεύθερης σήμερα Ελλάδας ως τους πολέμους του 1912-13, που ενώθηκαν έστω για λίγο ακόμη με τους υπόλοιπους Ηπειρώτες και πάλι το 1940-41. Έδωσαν πάντα το παρόν προσθέτοντας σελίδες γραμμένες δυστυχώς με αίμα και δεν ξαναγύρισαν πια στο Σούλι. Ωστόσο από κάπου μας κοιτάζουν, βλέπω το χαμόγελό τους και την καθαρή ματιά τους!

Ας σταθούμε με γνώση, με σύνεση και σεβασμό απέναντι στην ιστορία χιλιετηρίδων, που μοιραία πήραμε την σκυτάλη της και πρέπει να την παραδώσουμε, χωρίς να γίνουμε οσφυοκάμπτες.  

Οι Σουλιώτες θα παραμένουν ως Θεσπρωτοί – Ηπειρώτες, στην μνήμη μας ως παράδειγμα αγώνων ελευθερίας, παλικαριάς και υπερηφάνειας, στην ιστορία ολόκληρης της Ελλάδας.  Όσες προσπάθειες και αν γίνονταν ή γίνονται για να αμαυρώσουν την καταγωγή, την ελληνική συνείδηση, την μνήμη, την εντιμότητα και την μαχητικότητα όλων,  Σουλιωτών και παρασουλιωτών, θα πέφτουν στο κενό.  

Ας μην επιτρέψουμε να φιμώσει την Ιστορία, ο δόλος είτε η αφέλεια!  Και τέλος, ας αφυπνιστούν όσοι περνούν την ιστορία μας σε οποιοδήποτε φίλτρο ή παραμορφωτικό φακό με την όποια σκοπιμότητα. Το παράδειγμα της διαχρονικής ιστορίας μας, ας γίνει διδαχή για όλους μας…

Αρκετά πια (εκ των έσω) καταπατήθηκε η παιδεία, και η ιστορία μας. Ας μη το ξαναεπιτρέψουμε, διότι  θα μας την «μαθαίνουν» όσοι δηλώνουν  εχθροί μας και θα είναι πια αργά!   

Νίκου Γ. Ζιάγκου: Μάρκος Μπότσαρης

Διον. Κόκκινου: Η Ελληνική επανάστασις

Σπ. Τρικούπη:  Ιστορία του

Ν. Σπηλιάδη: Ιστορία του

Δ. Οικονόμου: Σούλι, Σουλιώτες κλπ.

Τζορτζ  Φίνλεϋ

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ (1790 – 1823)

Η τελευταία μάχη και ο θάνατος  του Σουλιώτη ήρωα στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας. 8 προς 9 Αυγούστου 1823

Αλή πασάς για τον Μάρκο: «Αυτός εκεί που δε λέει μιλιά θα φάει πολλή Τουρκιά».

–         «Πού πας ορέ Μάρκο; με τούτους πας να πολεμήσεις; Εκείνοι είναι μεγάλο ασκέρι». Λέει ο Καραϊσκάκης, αφού τον είδε με λίγους Σουλιώτες.

–          «Αν σε ρωτήσουν πού πάω, να τους πεις, ότι ο Μάρκος πάει για να σκοτωθεί». Απαντάει φεύγοντας ο Σουλιώτης ήρωας.  Και πήγε…

«Μάνα δε γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα, ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη».

Είπε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για τον Μάρκο Μπότσαρη.

«Ο Μάρκος εσώθει από την φθοράν.  Μοναδικόν φαινόμενον αγνού και αδιάφθορου χαρακτήρος. Ανιδιοτελής, πιστός εις τους φίλους, αξιοπρεπής προ των εχθρών, γενναίος και μετριόφρων ηνδρώθη σιωπών και αναμένων. Δεν εδολιεύθη ούτε αυτόν τον Αλή. Δεν τον ήκουσαν  ποτέ να ομιλή δια τας πράξεις του».  Διονύσιος Κόκκινος

Του ΣΩΤΗΡΗ Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Μεταξύ τους οι  Σουλιώτες μπορεί να μάλωναν, θύμωναν, τρώγονταν πολλές φορές, μα ήταν σαν να μάλωναν στην ίδια την φαμίλια, στο ίδιο σπίτι. Κι όμως ο αγώνας ήταν αγώνας. Πάλεψαν για την λευτεριά και απόσπασαν τον θαυμασμό όλης της χώρας.

Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί βουνίσιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 Τουρκαλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι. Οι 5.000 μιρντίτες και μουσουλμάνοι, υπό τον Τσελαλεντίν μπέη, στρατοπέδευσαν στο Κεφαλόβρυσο.

Κατάλαβε ο Μάρκος τις δύσκολες ώρες και δεν κάθισε καθόλου μέσα στην πολιτεία, αλλά πήρε 350  όλους Σουλιώτες.

Μεταξύ αυτών οι περισσότερο αδιάλλακτοι ήσαν οι Τζαβελλαίοι, παλαιοί αντίζηλοι των Μποτσαραίων, φέροντες ήδη βαρέως ότι δεν είχε προαχθεί σε στρατηγό ο επιφανέστερος τούτων, Ζηγούρης Τζαβέλλας. Οι δε περισσότεροι οπλαρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος, οι οποίοι είχαν προσφέρει σημαντικές πολεμικές υπηρεσίες, δεν ανέχονταν να γίνει στρατηγός ένας ξένος. Κατόπιν προτροπής και του Μεταξά, ο Μάρκος μίλησε με τους Σουλιώτες Ενωτικά, διότι έπρεπε να πολεμούν όλοι μαζί σαν Σουλιώτικο σώμα, με την ικανότητα και τις αξίες τους. Τους μίλησε αρβανίτικα για να τον καταλαβαίνουν όλοι και στο τέλος, έβγαλε το έγγραφο με το οποίο του είχε δοθεί το αξίωμα του στρατηγού, το έφερε στα χείλη του σε ένδειξη σεβασμού και το έσκισε ενώπιον όλων.

 «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό».

Οι καπεταναίοι απάντησαν,  πως πολλές φορές είχαν νικήσει τους Γκέγκηδες και θα τους νικήσουν και τώρα σε τούτα τα βουνά που διάλεξαν να κατεβούν. Όλοι μαζί με τον θρυλικό αρχικαπετάνιο, τον Μάρκο Μπότσαρη, ανεβαίνουν για τα βουνά του Καρπενησιού.

Τζαβέλλας, Φωτομάρας, Ζέρβας, Γιολδάσης με τα αδέρφια του, Ζαχαράκη και Κώστα Σερέτη, Σιαδήμας, Κοντογιαναίοι της Φθιώτιδας τάχτηκαν στα Λακώματα της Σανιάδας που είναι στις πλαγιές του Κόρακα.

          Ο Μάρκος και οι Σουλιώτες προχώρησαν στο Μικρό Χωριό. Μόλις έφτασαν έστειλε ο Μάρκος τρία ψυχωμένα παλικάρια να συγκεντρώσουν  πληροφορίες για τον εχθρό. Τα ξαδέρφια του, τον Τούσια (Θανάση) Μπότσαρη, τον Νάση (Θανάση) Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Τον μπαϊραχτάρη (σημαιοφόρο) του.

 Ήταν 7 Αυγούστου που τούτα τα παλικάρια μπήκαν στο εχθρικό στρατόπεδο να το κατασκοπεύσουν, αφού τίποτα δεν διέφερε από τον εχθρό, ούτε στο ντύσιμο ούτε στην γλώσσα. Μπήκαν μέσα, ημέρα που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα, έπιασαν κουβέντα με κάποιον τουρκαλβανό, τον κέρασαν και καπνό. Από αυτόν έμαθαν πάνω στην  κουβέντα το σύνθημα τους, ότι τάχα δεν το θυμόντουσαν. Αφού γύρισαν το στρατόπεδο, είδαν και μάζεψαν πληροφορίες. Αν κάποιος τουρκαλβανός αμφέβαλε, τους έλεγε το σύνθημα. Αμέσως απαντούσαν με το παρασύνθημα, οπότε τους θεωρούσαν δικούς τους.

Σύνθημα των τουρκαλβανών: «Γκούρι». Παρασύνθημα: «Θίκα».

                          Μετάφραση:    «Η πέτρα»                      «Το μαχαίρι».

 Τιμή σε τούτα τα παλικάρια, τον Τούσια Μπότσατη, Τον Νάση Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Γύρισαν την ίδια μέρα και είπαν όσα είδαν και άκουσαν στον Μάρκο. Αμέσως ο αρχικαπετάνιος έστειλε γράμμα στα Λακώματα:

«Αδερφοί καπεταναίοι.  Εγώ ήρθα και έχω σκοπό να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιο Νικόλαο του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον χτυπήσουμε μαζί κι αν δεν θέλετε μην έρχεστε».

          «Δεν είμαστε γυναίκες να μην πάμε», είπαν οι Σουλιώτες και πήγαν στον Άη Νικόλα.  Εκεί τους περίμενε ο Μάρκος και μιλήσανε.

Ο εχθρός είχε πολύ στρατό και όση φθορά και αν υφίστατο στις αρχές, θα κατόρθωνε να ανασυνταχθεί και να αντιτάξει δυναμική άμυνα.  Ο Μάρκος σκέφτηκε να χτυπήσει τις κεφαλές των του εχθρού, ώστε να τον παραλύσει. Αυτό θα γινόταν με επίθεση μέχρι τις σκηνές των πασάδων οι οποίοι θα εφονεύοντο ή θα αιχμαλωτίζοντο από τους άνδρες του οι περισσότεροι. Έτσι ακέφαλος ο εχθρικός στρατός, θα ήταν ανίκανος για δράση και έτσι η εκστρατεία του Μουσταή θα ματαιωνόταν. Ίσως δεν έπρεπε να είναι μπροστάρης στην επίθεση ο ίδιος ο Μάρκος για να αποφύγει να πάθει αυτό που πήγε να προκαλέσει στον εχθρό, βάζοντας την δική του ζωή σε κίνδυνο, όπως και έγινε.

Τα μεσάνυχτα 8 προς 9 Αυγούστου του 1823, ο Μάρκος με 350 μπαρουτοκαπνισμένους «Σουλιώτες», εκ των οποίων οι 20 Ευρυτάνες, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, εισβάλουν στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου από τη ποταμιά. 
Ως γνωστόν, η ενδυμασία των τουρκαλβανών είναι πανομοιότυπη με τη φουστανέλα των Ελλήνων, επίσης ίδια είναι και η γλώσσα τους, η αρβανίτικη και αυτό το εκμεταλλεύεται ο Μάρκος με τους πολεμιστές του. Όμως, για να γνωρίζονται μεταξύ τους, φοράνε μαντίλια στο κεφάλι και ανασκουμπώνουν τα μανίκια τους. Οι Σουλιώτες, για την αναμεταξύ τους αναγνώριση (για την αποφυγή σύγχυσης), χρησιμοποιούν το σύνθημα «τσίλι γιε τι;»» (ποιος είσαι συ;) και ως παρασύνθημα το «χέκουρ» (σίδερο). Με αυτόν τον τρόπο εισέβαλαν στο κέντρο του στρατοπέδου, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Οι περισσότεροι τουρκαλβανοί κοιμόντουσαν και οι υπόλοιποι, αμέριμνοι από την ήσυχη νύχτα του Αυγούστου, δεν υποψιάζονται το κακό που τους περιμένει. Οι Σουλιώτες, σαν τα ξωτικά της νύχτας, διαβαίνουν ανάμεσά τους και μέσα απ’ τις φορεσιές τους, σιγά -σιγά, φανερώνονται τα αστραφτερά γιαταγάνια τους.

         Είχαν μάθει  οι Τουρκαλβανοί Γκέγκηδες από μαντατοφόρο που δείλιασε και πήγε προσκύνησε, ότι ο Μάρκος θα τους επιτεθεί. Δεν τον πίστευαν ότι θα τους χτυπήσουν 1.250 άνθρωποι και μάλιστα τον «υπερήφανο» στρατό των Σκοντράνων και  γέλασαν.

Έτσι λοιπόν, όπως αποφάσισε ο Μάρκος το βράδυ 8 με 9 Αυγούστου 1823, να μπει από την είσοδο της κοιλάδας ακολουθώντας το ρέμα και θα χτυπούσε άξαφνα. Οι άλλοι Σουλιώτες, Ευρυτάνες κ.α. με τον Κίτσο Τζαβέλλα θα ’πρεπε να πέσουν πάνω στον εχθρό από την άλλη μεριά, από την κιάφα (διάσελο) του Άη Αντρέα και από το γεφύρι του Δεσπότη, έτσι θα έβαζαν τον εχθρό στην μέση.
Προείπαμε ότι  η ενδυμασία των τουρκαλβανών είναι πανομοιότυπη με τη φουστανέλα των Ελλήνων, επίσης ίδια είναι και η γλώσσα τους, η αρβανίτικη. 

Αυτό και ότι γνώριζαν και τα συνθηματικά των τουρκαλβανών (Γκούρι – θίκα), το εκμεταλλεύεται ο Μάρκος με τους πολεμιστές του.                                                                                                                     

Στις 8 Αυγούστου την νύχτα οι οπλαρχηγοί με τον Τζαβέλλα, έφτασαν στον Άη Αντρέα και έστειλαν ανιχνευτές. Με ακρίβεια κινήθηκε και ο Τζαβέλλας, από την ανατολική πλευρά, όπου οι δικοί του πήγαν σε αυτό το πέρασμα.

Από την άλλη μεριά ο Μάρκος με τους άντρες του έμπαινε στην ρεματιά το βράδυ που όρισαν, όπως είχαν μιλήσει. Για να περάσουν από τα καραούλια χρησιμοποίησαν τα συνθήματα των τουρκαλβανών που είχαν φέρει μαζί με τις υπόλοιπες πληροφορίες, ο Τούσιας Μπότσαρης, ο Νάσης Κουτσονίκας και ο Γιάννης Μπαϊραχτάρης, ξαδέρφια του Μάρκου. Όταν άκουγαν το σύνθημα των τουρκαλβανών, «Γκούρι», απαντούσαν με το τουρκαλβανικό παρασύνθημα: «Θίκα».

Σύνθημα μεταξύ των Σουλιωτών για να μη σκοτωθούν μεταξύ τους είχαν το: «Τσίλι γιε τι;» (ποιος είσαι) και παρασύνθημα: «Χέκουρ»(σίδερο).

Ξαφνικά, την γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τότε άρχισε το μεγάλο γιουρούσι, μοναδικό στην ιστορία των Σουλιωτών. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο «σφαγείο» Τουρκαλβανών. Το απερίγραπτο μακελειό συνεχίστηκε ως πριν χαράξει στο Κεφαλόβρυσο και γέμισε η κοιλάδα σφαγμένα κουφάρια. Τους βρήκε τέτοιο κακό μέσα στην νύχτα στο ορδί τους και πάνω στον πρώτο ύπνο που νόμισαν ότι ήταν λάθος, ατύχημα και φώναζαν: «Χατάς…χατάς…». Απάντησε ο ίδιος ο Μάρκος φωνάζοντας:

–          Δεν είναι χατάς (λάθος), σας σφάζει ο Μάρκος.

Οι Σουλιώτες, αλαλάζουν σαν δαιμονισμένοι και σφάζουν ασταμάτητα, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν. Τρέχουν πανικόβλητοι «οι αήττητοι» του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένοι και πνιγμένοι στο αίμα.  Οι Σουλιώτες ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και αστείρευτο  πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους.

Τα σπαθιά βούλιαζαν στις σάρκες των τουρκαλβανών και έκοβαν τα κεφάλια τους, σφύριζαν οι σφαίρες στην λαγκαδιά και στα φυλλώματα των πλατάνων, σαν χαλάζι. Μια σφαίρα βρήκε τον Μάρκο στο βουβώνα, μα δεν την κατάλαβε και συνέχιζε την σφαγή.

Ο Κουτσονίκας γράφει, ότι ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους δικούς του πολέμησε από την άλλη μεριά ως πριν το χάραμα που υποχώρησαν όλοι.

Το σώμα υπό τον Κίτσο Τζαβέλα  υποχώρησε μετά από σύντομη ανταλλαγή πυρών, γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ’, σ. 303.

Αλλά μόνον ολίγοι υπό τον Κίτσον Τζαβέλλαν επέπεσαν εκ του ετέρου μέρους, των πολλών απειθησάντων. Σπ.Τρικούπης. Ιστ. της Ελληνικής Επαναστάσεως σελ. 41 τ. Γ΄. 

Αυτή είναι η πρώτη καταδρομική επίθεση στη παγκόσμια πολεμική ιστορία που έχει καταγραφή και ήταν σχέδιο του Μάρκο Μπότσαρη.

Τον Μάρκο έμελλε εκείνο το βράδυ να τον σταματήσει μόνο ο θάνατος από το να πιάσει τον Σκόντρα αιχμάλωτο ή να του πάρει το κεφάλι!

Ο  Μουσταή Πασά της Σκόντρας  ταμπουρωμένος πίσω από την μάντρα με όλους τους σωματοφύλακες και ο  Μάρκος όρμησε κατά κει. Από κοντά του o ξάδερφός του Νάσης Κουτσονίκας, αδερφός του Λάμπρου, καθώς ο άλλος ξάδερφός του Τούσιας Μπότσαρης, έσφαζε τουρκαλβανούς λίγο πιο πέρα. Δεν πρόκανε ο Κουτσονίκας να  κρατήσει το λαβωμένο στο βουβώνα θηρίο, προτού βγάλει το κεφάλι από τον τοίχο να χιμήξει. Μέσα στην νύχτα το θανατηφόρο βόλι τον βρήκε πάνω από το δεξί μάτι.

Με το χάραμα της 9 Αυγούστου οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Οι Σουλιώτες λουσμένοι πατόκορφα απ’ το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη.

Δίπλα του ο Νάσης Κουτσονίκας βλέπει με πόνο και συντριβή να πέφτει ο Μάρκος. Τον φορτώνεται ο άλλος εξάδερφός του, ο Τούσιας Μπότσαρης για να τον κατεβάσουν μέσα στην νύχτα προτού το αντιληφτούν τα παλικάρια ότι ο Μάρκος πάει και χάσουν το ηθικό τους.

Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο οι Σουλιώτες και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικα έθιμα και τον σφάζουν.

Ο θάνατος του ήρωα Μάρκου Μπότσαρη

Ο Μάρκος είχε πιάσει τον Άγο Βασιάρη που ήταν αρχηγός του στρατοπέδου και τον παρέδωσε στους Σουλιώτες να τον κρατήσουν. Εκείνοι όμως μετά τον θάνατο του Μάρκου, τον σκότωσαν.

Η είδηση για τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη έγινε στριγγιά φωνή και μεγάλο μοιρολόι  και πέταξε πάνω από βουνά, φαράγγια και κάμπους από όλη την όλη την επαναστατημένη Ελλάδα. Και έφτασε και εδώ πάνω στην Ήπειρο, στην Θεσπρωτία και στο ερημωμένο Σούλι στην γενέτειρα του Μάρκου και όλων των Σουλιωτών.

Τον Μάρκο τον πήγαν στο Μεγάλο Χωριό 5 η ώρα το πρωί και από κει συνοδεία 100 Σουλιώτες  για το Μεσολόγγι. Έφτασαν 11 η ώρα στο μοναστήρι του Προυσού όπου είχε αποσυρθεί ο Καραϊσκάκης μετά την αρρώστια του. Φτάνοντας η πομπή των Σουλιωτών, βγήκε κλαίγοντας ο Καραϊσκάκης και πάει στον νεκρό Μάρκο και τον ασπάζεται. Αποχαιρετώντας τον δε, λέει:

 «Μακάρι αδερφέ Μάρκο από τέτοιον θάνατο να πάενα κι εγώ».

          Περπατώντας πολύ γρήγορα και ασταμάτητα οι Σουλιώτες με τον νεκρό Μάρκο, έφτασαν στο Αγρίνιο 11 η ώρα προτού τα μεσάνυχτα και από εκεί στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου στις 9 με 10 η ώρα το πρωί.

Βαρύ πένθος για τον 33χρονο αρχικαπετάνιο Μάρκο Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Ο πρώτος έπαρχος υποδέχτηκε τον Μάρκο και τον ασπάστηκε. Η Μάρω, αδερφή του Μάρκου ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι της για τις τελευταίες φροντίδες και να τον κλάψει. Συνηθισμένη από θανάτους η φάρα των Μποτσαραίων, όπως και όλων των Σουλιωτών.

 «Ήταν γραμμένο έτσι να πάει και ο Μάρκος μου, από τότε που γεννήθηκα δεν άκουσα και δεν είδα τίποτε άλλο από σκοτωμούς, πόλεμο και κακό». 

Είπε μέσα στα άλλα η αδερφή του Μάρκου η Μάρω. Κι έκλαψε τον αδερφό της με έναν γοερό θρήνο, που εξιστορούσε την ζωή του από το Σούλι που γεννήθηκε ως την Κέρκυρα, στην Ιταλία, στα νησιά, παντού όπου περπάτησε ο ήρωας και ανέβασαν τον θρήνο πολύ ψηλά και έφτασαν και στο Καρπενήσι που άφησε την τελευταία του πνοή τούτος ο αετός που ήταν του Σουλίου και έγινε ολόκληρης της Ελλάδας. Ο θάνατος του Μάρκου, χαρακτηρίστηκε ως «εθνική συμφορά».

Συμφωνία επιβλητική  οι 33 κανονιές όσες και τα χρόνια του Μάρκο Μπότσαρη του Σουλιώτη, που αντηχούσαν κάθε ένα τέταρτο.

Η κηδεία του Μάρκου

Η κηδεία του Μάρκο Μπότσαρη. Μελανογραφία του Αθανασίου Ιατρίδη

Ο ίδιος  ο έπαρχος Κ. Μεταξάς γράφει: «Ο νεκρός πέρασε στο σπίτι του θριαμβευτικά, ντυμένος  με τα καλά του και σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία. Κι ο λαός σε ατελείωτη σειρά περνούσε και φιλούσε τον ελευθερωτή της πατρίδας».

Το απόγευμα έγινε η κηδεία, ξεκινώντας από το σπίτι του έπαρχου για να δειχτεί πως τον κηδεύει το έθνος. Τούτη η πομπή έμοιαζε με έναν θρίαμβο σαν εκείνο των αυτοκρατόρων της Ρώμης ή των Βυζαντινών στρατηγών. Μπροστά οι τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, άλογα των πασάδων με τις τούρκικες σημαίες από πάνω. Ακολουθούσαν οι παπάδες με τον Δεσπότη, κι αμέσως ύστερα ο νεκρός που τον σήκωναν ψηλά, στα δυνατά τους μπράτσα 12 παλικάρια του, ενώ κοντά στο φέρετρο ακολουθούσε η Μάρω και οι άλλοι συγγενείς του, ο Έπαρχος οι καπεταναίοι, ο λαός. Γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη συμπλήρωναν την πορεία, ενώ ακολουθούσαν φορτιάτικα ζώα με όλα τα όπλα και τα σπαθιά, που πιάστηκαν στην μάχη. Τελευταία έρχονταν οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα και έκλεινε ο θρίαμβος.

Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία θάφτηκε μπροστά στον ιερό ναό της εκκλησιάς «Παναγία» δίπλα στον τάφο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.

Δεν υπήρχε άνθρωπος απλός κι επίσημος που να μην τον συγκίνησε  ο θάνατος του Μάρκου.

Πριν το ξημέρωμα της  9ης Αυγούστου 1823 ο Μάρκος Μπότσαρης από την μάχη στο Κεφαλόβρυσο πέρασε στην αιωνιότητα. 

Οι απώλειες της μάχης εκατέρωθεν

Το νυχτερινό γιουρούσι που ξημέρωνε η 9 Αυγούστου 1823, στα Πλατάνια του Κεφαλόβρυσου, οι Έλληνες – Σουλιώτες είχαν ακόμη 59 νεκρούς, εκτός του Μάρκου και  42 τραυματισμένους. Κατά τον Σπ. Τρικούπη, 36 εφονεύθησαν, και 20 επληγώθησαν.

 Σκότωσαν 1.000  Τουρκαλβανούς και πλήγωσαν λιγότερους. Έπιασαν αιχμαλώτους και πήραν 1.600 τουφέκια, 1.800 πιστόλες και 300 σπαθιά. Πήραν ακόμα, 1.200 άλογα, 30 μουλάρια, 4 σημαίες και χιλιάδες γιδοπρόβατα.

Όμως κάποιοι ιστορικοί μιλάνε για 3.000 απώλειες των Τούρκων, ο Πρόκες Όστεν για 2.000 και ένα τραγούδι για 1.200.

Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για τον Μάρκο. Τραγούδια που εξυμνούσαν την παλικαριά του, τις μάχες που έδωσε αλλά και θρήνοι και μοιρολόγια, για τον θάνατό του σε αρβανίτικα  και σε ελληνικά. Όλη η Δυτική αλλά και η υπόλοιπη Ελλάδα θρήνησε αυτό το παλικάρι, τον μετρημένο,  τον ντροπαλό και λιγομίλητο και γνωστικό, τον άξιο και έξυπνο αρχικαπετάνιο, που στις μάχες γινόταν θηρίο ανήμερο και τον έτρεμαν και σέβονταν και οι εχθροί του. Κάποιοι έκλαψαν την απώλεια τέτοιου παλικαριού, όπως ο πασάς  Ισμαήλ Πλιάσα, από σεβασμό στον Μάρκο κι ας ήταν οχτρός.

Έγραψαν πολλοί ποιητές και συγγραφείς για τον Μάρκο. Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη συγκίνησε τους φιλέλληνες σε Ευρώπη και Αμερική. Αρκετά ποιήματα αφιερωμένα σ’ αυτόν από πολλούς Ευρωπαίους ποιητές, ακόμη και   ο Ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ το1858 παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Μία πλατεία του Στρασβούργου έχει το όνομα του Έλληνα οπλαρχηγού και μια ταμπέλα γράφει εν συντομία ποιος ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης. Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ’ έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ’ όνομά του («Botzaris»). Στο Στρασβούργο υπάρχει πλατεία που έχει το όνομά του: «Square Markos Botzaris».

Μετά την Έξοδο και τη κατάληψη του Μεσολογγίου από τους οθωμανούς, οι τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.

Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Είναι ο μόνος ίσως που δεν θα του βρει κάποιος ούτε ένα ψεγάδι, σε αυτό το ανδρείο παλικάρι, τον συνετό άνδρα, τον έξυπνο στρατιωτικό, τον ακέραιο χαρακτήρα. Ο μεγαλύτερος ήρωας που γέννησε η Ήπειρος και από τους μεγαλύτερους ήρωές της κατά την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

          Ήταν παράδειγμα ανδρείας και ήθους και πρέπει κάποια στιγμή η γενέτειρα Θεσπρωτία να τον τιμήσει με ανδριάντα στην πρωτεύουσά της.

Γκιόλιας Μ., Ιστορία Της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1393 – 1821), Εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ», Αθήνα 1999.

 Μαυρομύτης Γ.Α., Καρπενήσι 1810 – 1820, Εκδόσεις «ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ», Αθήνα 2006.

 Μηχιώτης Χ., Τυμφρηστός και Τυμφρήστιοι, Εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΛΙΑ», Αθήνα 1990. 

Ν. Γ. Ζιάγκου: Μάρκος Μπότσαρης Αθήνα 1966

Κ. Μεταξά: Ιστορικά απομνημονεύματα

Σπ. Τρικούπη: «Ιστορία του» Τ. Γ΄. 2η έκδοση 1862

Γουσταύος Φρειδερίκος Χέρτσβεργκ : Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως Τ2 (Μετάφραση Π. Καρολίδου 1916

 Διονύσιος Κόκκινος: Η Ελληνική Επανάσταση Τόμος Γ΄

Η Συντριβή του Αλή πασά 1792


Μόσχω και Λάμπρος Τζαβέλλας

Του Σωτήρη Λ. Δημητρίου

Τα ιστορικά γεγονότα κρύβουν στρατηγικές, παλικαριά, μαχητικότητα, συναισθήματα, τόλμη, αγωνιστική υπερηφάνεια και αδούλωτο, ελεύθερο πνεύμα. Πόσα δεν φαίνονται σε μία αφήγηση γεγονότων! Και όσα να γράψεις, πάλι λιγοστά θα είναι!

Το 1792 ετοίμασε ο Αλή πασάς 10-12.000 Αλβανούς μαχητές και αρματολούς απροσδόκητα και για ολοκληρωτική καταστροφή των Σουλιωτών.

Ήταν τότε που ζητώντας βοήθεια από τους Σουλιώτες δήθεν να εκστρατεύσει εναντίον των Σκιπτάρηδων μπέηδων στην Τοσκερία, και παγίδευσε τους Σουλιώτες που πήγαν σε βοήθειά του, υπό την αρχηγίαν του Λ. Τζαβέλλα και τους κράτησε ομήρους, όλους μαζί και τον γιο του Λάμπρου, τον 18ετή Φώτο.  Στην αιχμαλωσία έμαθε ο Λάμπρος από τον γιο του, Φώτο, ότι ένας Σουλιώτης διέφυγε, ο Νάσης και πηγαίνει να ειδοποιήσει το Σούλι.

Αποφάσισε ο Αλής να κάνει συμφωνία με τον Λάμπρο. Τον αφήνει και αυτός να του παραδώσει το Σούλι. Δέχτηκε ο καπετάν Λάμπρος, αλλά άφησε τον Φώτο, αμανάτι στον Τουρκαλβανό.

Ήδη ο Σουλιώτης μαχητής ο Νάσης που είχε διαφύγει, είχε πάει στο Παλιοχώρι, είχε ενημερώσει τον Γιώργο Μπότσαρη για την σύλληψη του Λ. Τζαβέλλα και των μαχητών του και ότι το Σούλι κινδυνεύει. Αυτό τους έδωσε φτερά στα πόδια για να πάνε και να κάνουν προετοιμασίες πολέμου στην πατρίδα τους, το Σούλι.   Όπως γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο, «…ξεγελώντας έναν δόλιο…» ο Λάμπρος γύρισε στο Σούλι και από κοινού με όλους τους Σουλιώτες. Μαζί  με τον Γιώργο Μπότσαρη και τους άλλους οπλαρχηγούς, προετοίμασαν γρήγορα την άμυνα κατά του επερχόμενου στρατού του Αλή. Πήγαν αστραπιαία κινούμενοι 250 άνδρες να αγοράσουν όπλα στην Πάργα, ενώ με την βοήθεια των χωρικών της Λάκκας, ανέβασαν τις οικογένειες και τρόφιμα στην Κιάφα.

Έμαθαν και από τον Λάμπρο τα καθέκαστα και είπε η Μόσχω η Τζαβέλλαινα:

«…Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου, σαν γλυτώσει το Σούλι, γλυτώνει και το παιδί μου, σαν χαθεί το Σούλι, ας χαθεί και το παιδί μου και εγώ η ίδια».

            Ο Λάμπρο Τζαβέλλας ομόφωνα με τους άλλους οπλαρχηγούς, έστειλε ένα γράμμα στον Αλή: Αλή πασά, Χαίρομαι που εγέλασα ένα δόλιον… Είμαι εδώ να διαφεντέψω την πατρίδα μου, εναντίον εις ένα κλέφτη σαν εσένα. Ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως απελπίστως θέλω τον εκδικήσω πριν αποθάνω κάποιοι Τούρκοι σαν κ΄εσένα θα πουν πως είμαι άσπλαχνος πατέρας, με το να θυσιάσω τον υιόνη μουδια τον εδικό μου λυτρωμόν. Αποκρίνομαι ότι εάν πάρεις εσύ το βουνόν (Σούλι), θέλεις σκοτώσει και τον υιόν μου με το επίλοιπον της φαμελιάς μου και τους συμπατριώτας μου, τότε δεν θα μπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν τους, αμμή αν νικήσωμεν, θέλει έχω και άλλα παιδιά, η γυναίκα μου είναι νέα, εάν ο υιός μου νέος καθώς είνε δεν μένει ευχαριστημένος ν΄ αποθάνη δια την πατρίδα του αυτός δεν είναι άξιος να ζήση και να γνωρίζεται σαν υιός μουέτζη. Προχώρισε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ.

            Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας»

Εξαγρίωσε πάρα πολύ τον Αλή αυτή η επιστολή. Μετά τον πρώτο θυμό, περιορίστηκε σε απειλές κατά του 18χρονου Φώτου.  Ο δε γιος του ο Βελής αγρίευε και απειλούσε  τον Φώτο σε μια  μάταια προσπάθεια να τον κάνει να «τουρκέψει», λέγοντάς του «θα σας ψήσω όλους».

«Πολύ καλά θα κάνεις γιατί και ο πατέρας μου το ίδιο θα κάνει σε σένα και στους συγγενείς σου» Ήταν η απάντηση του Φώτου.

Σε 15.000 ανεβάζει ο Λ. Κουτσονίκας τον στρατό του Αλή που στρατοπεδεύει, στην Λάκκα του Μπότζαρη υπό την αρχηγία του Μουχτάρ πασά, γιού του Αλή.

Με τον Γ. Μπότσαρη και Φωτομάρα συγκεντρώθηκαν 350 Σουλιώτες και μαζί με παρασουλιώτες έγιναν χίλιοι. Επιτέθηκαν νύχτα στον εχθρό με την μέθοδο του αιφνιδιασμού, ο οποίος είχε καλό αποτέλεσμα και κατακερμάτισε τον εχθρό.

Ήθελαν δε να συλλάβουν ζωντανό τον Αλή. Το έμαθε εκείνος από έναν γανωτή από τα Γιάννινα ο οποίος πήγαινε στο Σούλι να «γανώσει», τα χάλκινα σκεύη των κατοίκων.

Μαθαίνοντας αυτό αλλά και την  επιστολή του Τζαβέλλα ο Αλής, έφυγε από την σκηνή του και πήγε μέσα στο στρατόπεδό του, να εξυψώσει το ηθικό των στρατιωτών του, βρίζοντας τους Σουλιώτες, «Γκιαούρηδες και κατσικοκλέφτες».

Δεν έχουν αρχή και τέλος, για τους Σουλιώτες, η αυτοθυσία, τα πολεμικά τεχνάσματα, ο ηρωισμός και η παλικαριά, ιδιαίτερα μπροστά στον κίνδυνο, όπου και οι γυναίκες πολεμούσαν και στεκόταν δίπλα στους άντρες, «ψυχωμένες και παλικάρια». Πάντα δίπλα από τους άντρες, αλλά «ένα βήμα πίσω». Πάντα κάτω από τις διαταγές των αντρών αλλά μπροστά στον κίνδυνο και μπροστά σε «ανωτέρα βία», αποφάσιζαν όλες μαζί χωρίς εντολή κανενός, μπροστά στο κοινό καλό αλλά και στην αυτοθυσία.

Με το στρατήγημα του εμπειροπόλεμου Γ. Μπότσαρη, που έδειξε μεγάλα στοιχεία ανδρείας και φρόνησης κατέφυγαν στο τέχνασμα, να κρυφτούν-οχυρωθούν στην Κιάφα δήθεν υποχωρήσαντες. Με μεγάλη χαρά είδε ο στρατός του Αλή, τους Σουλιώτες του Γ Μπότσαρη να υποχωρούν. Οι Σουλιώτες «λούφαξαν» εκεί ενώ οι Τουρκαλβανοί πανηγύριζαν. Πολεμούσαν ώσπου ανέβηκε ο ήλιος και η ζέστη της 20 Ιουλίου 1792 μεγάλη, τόσο που σταμάτησαν τα ντουφέκια, εκατέρωθεν, σαν κάποιος να έδωσε το σύνθημα.

Εδώ είναι που οι Σουλιώτισσες, οι κλεισμένες στα σπίτια της Κιάφας, σαν άντρες αποφάσισαν, με την Μόσχω Τζαβέλλαινα:

-«Αδελφαί, Ο πόλεμος έπαψεν, οι Τούρκοι ως φαίνεται, ενίκησαν, έσφαξαν τους ανδράδες μας, τα παιδιά μας και όλους τους συμπολίτες μας! Ημείς τι πρέπει να κάμωμεν; Να πέσωμεν σκλάβες ΄ς τους απίστους ή ν’ αποθάνωμεν και ημείς καθώς οι άντρες μας;

-«Όχι, όχι να μην πέσωμεν ζωνταναίς ‘ς τα σκυλιά, προκρίνομεν τον θάνατον, παρά την άτιμην σκλαβιάν». Αποκρίθηκαν όλες μαζί. Έτσι μετέφερε η πέννα των τότε ιστορικών ή των γραμματικών τους τον διάλογο. Σε καθαρεύουσα των λογίων της εποχής και έτσι τον αφήσαμε.

Άνοιξαν κιβώτιο πυρίτιδας, γέμισαν τις ποδιές τους με πρώτη την Μόσχω την Τζαβέλλαινα και ακολούθησαν καμιά 400αριά Σουλιώτισσες. Ανέβηκαν στην ράχη της Κιάφας και από κει χαρούμενες καθώς είδαν ότι οι άντρες ζούσαν και ήσαν ταμπουρωμένοι, ανέβηκε περισσότερο το ηθικό τους αλλά και των πολεμιστών από κάτω. Έτσι με αλαλαγμούς λυσσασμένης επίθεσης, πρώτη η Τζαβέλλαινα φωνάζει: «Απάνω τους αδερφές, απάνω στα άπιστα σκυλιά». Ολισθαίνοντας βράχια και πυροβολώντας, ενώ οι Σουλιώτες με τα σπαθιά στα χέρια έκαναν χαλασμό στους Τουρκαλβανούς που υποχωρώντας ατάκτως έπαθαν μεγαλύτερη ζημιά.  Η μεγαλύτερη ντροπή τους ήταν ότι τους κυνηγούσαν γυναίκες, οι Σουλιώτισσες, μαζί με τους Σουλιώτες μαχητές. Υποχωρώντας και πηγαίνοντας για το Σούλι, τους περίμενε «η παγίδα» του Γιώργη Μπότσαρη με 300 Σουλιώτες, ενώ πιο κοντά προς το Σούλι περίμενε και ο Τζαβέλλας. Πανωλεθρία των Τουρκαλβανών ενώ ο Αλής έσκασε δύο άλογα στο τρέξιμο να σωθεί, για τα Γιάννινα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης εμπνεύστηκε από αυτό και έγραψε το  ποίημα: «Η φυγή»

            Αυτά τα συμβάντα της συγκεκριμένης μάχης, κρύβουν πολλά από τα πλεονεκτήματα των Σουλιωτών. Το αξιόμαχο, την παλικαριά, την αυτοθυσία, την πολεμική εξυπνάδα, το ριψοκίνδυνο και  την αντρειοσύνη της Σουλιώτισσας, μάνας, γυναίκας, αδερφής στο πλάι του πολεμιστή, πολλές φορές ισάξια σε θέληση και μαχητικότητα.

«Πάντα δίπλα από τον άντρα αλλά ένα βήμα πίσω!»

Π. Αραβαντινός Χρον. Της Ηπείρου

Π. Αραβαντινός  Η Ιστορία του Αλή Πασά

Ιστορία του Αλή πασά- Τρύφων Ευαγγελίδης

Λ. Κουτσονίκας. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως

Σούλι 20 Ιουλίου 1792

Γράφει ο Σωτήρης Δημητρίου

Η μάχη της Κιάφας

Από το 1788, όπου έγινε πασάς στα Γιάννινα ο Αλής έβαλε στόχο με το καλό ή με το  κακό, να απαλλαχτεί από τους Σουλιώτες. Είχε και άλλα μέτωπα ανοίξει και βιαζόταν με δολοπλοκίες, εξαγορές και πληροφοριοδότες, να μαθαίνει την κατάσταση των υποψήφιων αντιπάλων του για να τους καταφέρει αμαχητί ή να είναι πληροφορημένος κατάλληλα και να επιτεθεί σίγουρος ότι το πασαλίκι του θα μεγαλώσει.  Έτσι άρχισε και με τους Σουλιώτες, με ένα γράμμα που απέστειλε στους οπλαρχηγούς του Σουλίου, καλώντας τους να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να κτυπήσουν τον Ιμπραήμ πασά του Μπερατίου (βυζαντινό Βεράτιον), το Δέλβινο και το Αργυρόκαστρο.  Όντως ο Αλής είχε συγκεντρώσει 10.000 άνδρες με στόχο όμως όχι τούς Αλβανούς μπέηδες, αλλά το Σούλι.

Αν και ήταν μεγάλη αριθμητικά η δύναμη εκείνος βασιζόταν περισσότερο στον αιφνιδιασμό κατά των Σουλιωτών. Είχε αφήσει να μαθευτεί ότι πηγαίνει κατά του Αργυροκάστρου, όπου ήδη οι μπέηδες ήσαν εχθροί του. Αυτό ήταν το σχέδιό του αλλά προσπάθησε να αποκοιμίσει τους Σουλιώτες και μάλιστα να τους αποδυναμώσει  επαινώντας την παλικαριά και την γενναιότητά τους. Οπότε κατέφυγε σε ένα στρατήγημα, στέλνοντάς τους μια επιστολή.

«Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, Σουλιώτης τις ονόματι Γεώργιος Σταύρηνας ευρισκόμενος προ καιρού εν τη υπηρεσία του Αλή πασά και ων αφοσιωμένος προς αυτόν,  απεστάλη παρά του Πασσά εις το Σούλι με μίαν επιστολήν προς τους προκρίτους καπεταναίους  Σουλιώτας  ενδιαλαμβάνουσαν ως εφεξής. 

«Φίλοι μου καπετάν Μπότσαρη καί καπετάν Τσαβέλλα, εγώ ο Αλή Πασάς σάς χαιρετώ καί σάς φιλώ τά μάτια.

Επειδή καί εγώ ξεύρω πολλά καλά τήν ανδραγαθίαν σας καί τήν παλληκαρίαν σας, μού φαίνεται νά έχω μεγάλην χρείαν από λόγου σας. Λοιπόν μή κάμετε αλλέως, αλλά ευθύς οπού λάβετε τήν γραφήν μου νά ελθήτε νά μέ εύρετε διά νά πάγω νά πολεμήσω τούς εχθρούς μου. Ο λουφές (μισθός) σας θέλει είναι διπλούς απ’ όσον δίδω εις τούς Αρβανίτας, διατί καί η παλληκαριά σας ξεύρω πώς είνε μεγαλειτέρα από τήν ιδικήν τους.»

«Εις τήν αφεντιά σου Αλή Πασά σέ χαιρετούμεν.

Ελάβαμεν τό γράμμα σου καί εκαταλάβαμεν τά γραφόμενά σου. Λοιπόν σού στέλνομεν ιμντάτι (ελληνικά: ενισχύσεις), όπου μάς ζητάς εβδομήντα παλληκάρια μέ τόν καπετάν Λάμπρον Τζαβέλλαν καί τόσοι είνε αρκετοί εις κάθε νίκην σου καί οι άλλοι μένουν εδώ εις τό Σούλι διά φύλαξίν του καί εις κάθε ενάντιο. Ταύτα καί καλή αντάμωσι νά μάς δώση ο Θεός.»

Οι Σουλιώτες μόλις έλαβαν την επιστολή, μαζεύτηκαν  και αποφάσισαν, μετά από πολλές υποψίες για επικείμενη μπαμπεσιά του Αλή, διότι από μπέης που ήταν, η δολιότητά του και η απιστία του ήταν γνωστή. Αποφάσισαν να μην πάνε, όμως, δεν πείστηκε ο Λάμπρος Τζαβέλλας και κάτω από τις ραδιουργίες του Γεώργιου Σταύραινα, πείστηκε να πάει με 40 γράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας, με 70 ο Αραβαντινός, μαχητές του και τον γιο του, τον Φώτο (18 ετών).

    Το μικρό σώμα των Σουλιωτών, με αρχηγό τον Λάμπρο Τζαβέλα και το νεαρό γιο του, Φώτο, ενώθηκε με τις δυνάμεις του πασά στις όχθες του Θύαμη, κοντά στην Ζίτσα. Ο πασάς αγκάλιασε τον Τζαβέλα και αφού γλέντησαν, αποφάσισαν να γίνουν αγώνες στο πήδημα και στο λιθάρι, μεταξύ των Τουρκαλβανών του Αλή και των Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες άφησαν τα όπλα για να επιδοθούν στα αγωνίσματα. Έπεσαν στην παγίδα του Αλή να επιδοθούν σε αθλήματα της εποχής όπως, άλματα και πέταγμα της πέτρας  και αφοπλισμένους πλέον τούς συνέλαβε ο Αλής. Ένας Σουλιώτης, ο οποίος έπεσε στο ποτάμι και παρά τα βόλια που έπεφταν γύρω του, γλύτωσε και  έφτασε στον Γιώργο Μπότσαρη και τον ειδοποίησε για τα  συμβάντα.

Ο Αλής, βέβαιος για τον θάνατο του Σουλιώτη, ορκίστηκε «δεν θα μου γλυτώσουν τα σκυλιά, θα τους ψήσω ισαλάχ (Θεού θέλοντος) ζωντανούς σαν τον Τσαούς πρίφτη (Χριστιανός από το Χόρμοβο) γυναίκες και παιδιά και το Σούλι θα το κάμω σαν το Χόρμοβο, χόρτο να μη φυτρώση.»

Αφού έπιασαν τους Σουλιώτες αιχμαλώτους τους μπουντρούμιασαν στα Γιάννινα. Όμως αναγκάστηκε ο Αλής κι έβγαλε τον Λ. Τζαβέλλα από το μπουντρούμι τάζοντάς του χιλιάδες γρόσια,  να πάει στο Σούλι,  να τους πείσει να παραδοθούν. Ο Λ. Τζαβέλας έδωσε «μπέσα», αλλά πήγε στο Σούλι και έκανε ακριβώς το αντίθετο, καθώς βρήκε τους Σουλιώτες ειδοποιημένους από τον Σουλιώτη τον Νάση, να ετοιμάζονται για πόλεμο, μαζί με τον Γ. Μπότσαρη,  οργάνωσαν την άμυνα. Βέβαιος ο Αλής πως θα τους αιφνιδιάσει, ξεκινάει για το Σούλι.

Στις 20 Ιουλίου 1792, χιλιάδες  Τουρκαλβανοί με αρχηγό τον Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκαν εναντίον των Σουλιωτών, οι οποίοι με  υπόδειξη του  Γιώργου Μπότσαρη, είχαν εγκαταλείψει το Σούλι, τη Σαμωνίβα και το Ναβαρίκο και είχαν οχυρωθεί στην απρόσιτη Κιάφα. Στα σπίτια της Κιάφας ήσαν οι οικογένειες. Το στενό ανάμεσα στην Μπίρα (Τρύπα) και το Κούγκι, κακοτράχαλο μέρος, περίμεναν οι Σουλιώτες  ταμπουρωμένοι σε απρόσιτο μέρος και η μάχη μαίνονταν λυσσαλέα. Είχαν κοκκινίσει τα βράχια με το αίμα των Τουρκαλβανών αλλά δεν είχαν κάνει βήμα μπροστά. Η ζέστη και η κόπωση, ήταν ήδη μεγάλη και οι δυο αντίπαλοι αναγκάστηκαν να κάνουν παύση του πυρός. Από την Κιάφα δεν άκουγαν πλέον οι οικογένειες των Σουλιωτών, βουή, αλαλαγμούς της μάχης ούτε ντουφεκιές και θεώρησαν ι Σουλιώτισσες, ότι οι άντρες έχασαν την μάχη. Τότε η Μόσχω η Τζαβέλλαινα, μαζί με όλες τις Σουλιώτισσες,  χωρίς να ξέρουν τι είχε συμβεί, βγήκαν έξω και επιτέθηκαν με λύσσα ενώ άρχισαν να κατρακυλούν βράχους στην Δυτική πλαγιά, προς τα κάτω που ήσαν οι Τουρκαλβανοί.  Εκείνοι βρέθηκαν σε σύγχυση και πανικό, ενώ τους επιτέθηκαν και οι Σουλιώτες. Γύρισαν τα νότα να φύγουν και οι Σουλιώτες του Γ. Μπότσαρη, κρυμμένοι εκεί από το πρωί τους πλαγιοκόπησαν και αφού τους έβλεπαν πλέον τα νώτα, επιτέθηκαν με τα σπαθιά στα χέρια. Οι εχθροί δε, πέφτοντας στην χαράδρα έπαθαν, την μεγαλύτερη ζημιά. Σε αυτή την μάχη σκοτώθηκαν 80 Σουλιώτες, μαζί ο Κίτσος Ζέρβας και ο Κίτσος Τζαβέλλας, ανιψιός του Λάμπρου.

Πώς θα μπορούσαν να χωρέσουν σε λίγες γραμμές όλα τα γεγονότα αυτής της πανούργας επιχείρησης του Αλή. Και πώς ο ηρωισμός αντρών και γυναικών, η εξυπνάδα κι αντρειοσύνη και μαχητικότητα των Σουλιωτών! Όμως το χρωστάμε στην ιστορία, να επανέλθουμε για την μνημόνευση κι άλλων γεγονότων που αφορούν αυτή την εκστρατεία του Αλή στο Σούλι.

 Ήταν 20 Ιουλίου 1792

Σπ.  Αραβαντινός.  Βιβλίο:  Η Ιστορία του Αλή πασά.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ – Λ. ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗ ΠΑΣΑ-ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ 

3 Doc Fest Ηπείρου

Το 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Ηπείρου ή όπως έγινε γνωστό WEST SIDE MOUNTAINS DOC FEST ξεκίνησε το 2018 με την πρώτη αλλά και την δεύτερη έκδοση του 2019 στο Δήμο Καραϊσκάκη της Ορεινής Άρτας.

Η βασική σκέψη και πρόθεση όσων ασχοληθήκαμε με την ίδρυση του Φεστιβάλ ήταν η δημιουργία ενός σημαντικού πολιτιστικού γεγονότος, σε μία από τις φτωχότερες, αλλά και πλέον δυσπρόσιτες περιοχές της Ευρώπης. Μια περιοχή απίστευτης φυσικής ομορφιάς που ξεκινά από τα Άγραφα και την κοιλάδα του Αχελώου και φτάνει σχεδόν μέχρι την Άρτα. Το φεστιβάλ πέτυχε απόλυτα τους στόχους του και ήδη βρισκόμαστε στην παραμον΄ή της έναρξης της τρίτης του περιόδου. Η περίοδος αυτή του WEST SIDE MOUNTAINS DOC FEST, θα γίνει το πρώτο εικοσαήμερο του Αυγούστου και συγκεκριμένα από τις 5 μέχρι και τις 18 Αυγούστου με τη βασική διαφορά ότι πλέον το φεστιβάλ διογκώθηκε χωροταξικά και εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν την Ήπειρο. Μια εξάπλωση που έγινε πραγματικότητα με τη συμμετοχή των Δήμων Κεντρικών Τζουμέρκων, Βορείων Τζουμέρκων, Πωγωνίου, Πρεβέζης ,Άρτας , φυσικά του Δήμου Καραϊσκάκη, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, πολλών συλλόγων, Αδελφοτήτων, τοπικών Ομοσπονδιών, του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, αλλά και της εκπροσώπου της Ηπειρωτικής Κοινότητας στην Αθήνα Πανηπειρωτικής Σ.Ε.
Με σκληρή δουλειά και ουσιαστικά ελάχιστους πόρους καταφέραμε το φεστιβάλ να αγαπηθεί από τον κόσμο και να καθιερώνεται κάθε μέρα και περισσότερο, σαν ένα διεθνούς κύρους φεστιβάλ, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Καταφέραμε να ενισχύσουμε την άποψη, ότι υπάρχουν και άλλες γωνιές της Ελλάδας, που θα μπορούσαν να οικειοποιηθούν και να ενσωματώσουν την κουλτούρα του κινηματογράφου και ειδικά των ταινιών τεκμηρίωσής με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από επιρροές, που έχουμε συνειρμικά συνηθίσει. Καταφέραμε να αποδείξουμε ότι με αφορμή το φεστιβάλ αυτό μπορούν να δημιουργηθούν ευκαιρίες ανάπτυξης θεσμών πολιτισμού, καθώς και εναλλακτικού τουρισμού στον τόπο μας. Ενός τόπου που έχει την ανάγκη να κάνει ένα βήμα μπροστά και να απεγκλωβιστεί από το υποβαθμισμένο πολιτιστικό “status”, που τον κατατρέχει και τον κρατά όμηρο της απαράδεκτης κακογουστιάς και της εμπορευματοποίησης του απόλυτου τίποτε.

ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Οι εκδηλώσεις του Φεστιβάλ ξεκινούν στις 5 Αυγούστου και ώρα 18:00 μέχρι και τις 22:00 με την προφεστιβαλική ημερίδα με θέμα «Ο Διαχρονικός Πολιτισμός στην Ήπειρο». Μια συνεργασία της ΑΜΚΕ Πολιτισμού Κάντο Μεντιτερρανέο και της  Αδελφότητας Πηγιωτών Άρτας.

Συμμετέχουν έγκριτοι Πανεπιστημιακοί, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, λογοτέχνες, καλλιτέχνες από τον χώρο των Εικαστικών τεχνών, της Μουσικής, του κινηματογράφου, του Θεάτρου και πολλών άλλων. Οι αρχές του τόπου, οι σύλλογοι κάθε βαθμού, αλλά και οι απλοί πολίτες είναι καλεσμένοι στην εκδήλωση. Έτσι για να… μετρηθούμε και να καταθέσουμε τις απόψεις μας.

ΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ 2020

06 Αυγούστου Έναρξη Φεστιβάλ και προβολές στις Πηγές Άρτας, Δήμος Γ. Καραϊσκάκη

07 Αυγούστου προβολές στη Σκουληκαριά Άρτας, Δήμος Γ. Καραϊσκάκη.

08 Αυγούστου προβολές στο Βουργαρέλι, Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων.

09 Αυγούστου Φεστιβαλικές προβολές στον Καταρράκτη, Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων.

10 Αυγούστου προβολές στα Κάτω Ραβένια, Δήμος Πωγωνίου.

11 Αυγούστου προβολές στην Πράμαντα, Δήμος Βορείων Τζουμέρκων.

12 Αυγούστου προβολές στον Βοτανικό Κήπο της Πρέβεζα, Δήμος Πρέβεζας.

13 Αυγούστου Τελετή λήξης στον ιστορικό Cine Ορφέα της Άρτας, Δήμος Αρταίων.

ΜΕΤΑΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

16 Αυγούστου προβολές στην Πωγωνιανή, Δήμος Πωγωνίου.

17 Αυγούστου προβολές στο Ελληνικό, Δήμος Βορείων Τζουμέρκων.

Ακολουθείστε το λινκ για το τρέιλερ του Φεστιβάλ: https://youtu.be/WRyKHXayTbE

ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ 20:30

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ
ΘΑ ΤΗΡΗΘΟΥΝ ΑΥΣΤΗΡA ΤΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚA ΠΡΩΤOΚΟΛΛΑ

ΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ

Για τα υγειονομικά μέτρα, για το πως θα φτάσουμε στους χώρους προβολής, για θέματα διαμονής και άλλα ομοειδή θέματα στους κατά τόπους Δήμους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Canto Mediterraneo AMKE τηλ: 0030 6955638775, e-mail cantomed@gmail.com                         και στην ιστοσελίδα www.cantomed.eu

Η Εκστρατεία Κατά Των Εξορύξεων Στην Ήπειρο Στις Προστατευόμενες Περιοχές

Ηγουμενίτσα, Σαγιάδα, Καλαμάς, Κεραμίτσα, Βροσίνα

Η αντιπροσωπία των Πράσινων αφιέρωσε την Παρασκευή 10 Ιουλίου, την 8η μέρα Εκστρατείας ποταμό Καλαμά. Το πρωί έφτασε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, την πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας, και συναντήθηκε με τους εργαζόμενους στον Φορέα Διαχείρισης Στενών και Εκβολών των Ποταμών Αχέροντα και Καλαμά όπου είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και αλληλοενημέρωση.

Οι εργαζόμενοι στον Φορέα μίλησαν στους Πράσινους για το αντικείμενο του φορέα, τους έδωσαν έντυπο υλικό και τους ενημέρωσαν για τις περιοχές του δικτύου Natura των δύο ποταμών, Αχέροντα και Καλαμά οι οποίες εκτός από την απαράμιλλη ομορφιά τους αποτελούν τους πλούσιους οικότοπους αξιοσημείωτα πολλών ειδών πανίδας, ορνιθοπανίδας και χλωρίδας, ένας πραγματικός θησαυρός της βιοποικιλότητας για την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Το επιστημονικό προσωπικό του Φορέα εξέθεσε στην αντιπροσωπεία των Πράσινων τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν με τις συμβάσεις περιορισμένου χρόνου με τις οποίες κατά κανόνα προσλαμβάνονται, τη διαρκή εργασιακή ανασφάλεια και την αβεβαιότητα για το μέλλον τους με το νέο συγκεντρωτικό καθεστώς που διέπει τους φορείς διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών μετά την ψήφιση του νέου «αντιπεριβαλλοντικού» νόμου Χατζηδάκη. Τα εργασιακά αυτά προβλήματα θα πρέπει να λυθούν άμεσα ώστε να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να αφιερωθούν στο επιστημονικό τους έργο που είναι πολύ σημαντικό για τη χώρα μας.

Οι Πράσινοι με τη σειρά τους παρουσίασαν τη θέση τους για τις προστατευόμενες περιοχές που είναι να επεκταθούν σημαντικά, να διασφαλίσουμε ότι αυτές μπορούν να καλύψουν τα βασικά οικοσυστήματα και να εγγυηθούμε ότι η προστασία τους λειτουργεί πραγματικά. Η χρηματοδοτική στήριξη προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι ανάλογη με τους στόχους προστασίας των οικοσυστημάτων και τον κίνδυνο ανατροπής τους. Ολοκλήρωση όλων των Προεδρικών Διαταγμάτων για τις προστατευόμενες περιοχές και τους υγροτόπους που βρίσκονται σε εξέλιξη, καθώς και νομοθετική ρύθμιση για την προστασία του συνόλου των υγροτόπων.

Μίλησαν επίσης για τις βαριές επιπτώσεις που θα έχει στην Ήπειρο τυχόν υλοποίηση του προγράμματος των εξορύξεων υδρογονανθράκων σε μία έκταση 4.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, η οποία περιλαμβάνει ποτάμια, προστατευόμενες περιοχές και εθνικά πάρκα. Απειλούνται οι ποταμοί Καλαμάς, Άραχθος και Βοϊδομάτης, οι περιοχές Natura και ζώα που κινδυνεύουν με εξαφάνιση όπως ο λύγκας και η βίδρα. Επιπλέον, απειλείται ο τουρισμός που βασίζεται στη φύση και τα πολιτιστικά μνημεία, ενώ η παραγωγή ποιοτικών τοπικών προϊόντων κινδυνεύει από τη ρύπανση του νερού και του εδάφους.

Στη συνέχεια, την υπόλοιπη μέρα οι Πράσινοι επισκέφτηκαν πραγματικά υπέροχες περιοχές με ανεπανάληπτη ομορφιά που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, όπως το δέλτα του Καλαμά, τον βάλτο, την Κεστρίνη, το Ράγιο και τη Σαγιάδα, ακολούθησαν τον ρου του ποταμού, ανεβήκαν ψηλά στην Κεραμίτσα, τη Ραβενή, τη Βροσίνα και επέστρεψαν αργά στην Ηγουμενίτσα. Οι περιοχές αυτές διαθέτουν πλούσια φύση και φιλοξενούν πολύ σημαντικές δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα, όπως κτηνοτροφικές μονάδες, τυροκομεία, καλλιέργειες εσπεριδοειδών και ζωοτροφής, μελισσοκομία και ιχθυοκαλλιέργειες. Σε πολλά σημεία όπου έγιναν έρευνες για υδρογονάνθρακες είχαν συνομιλίες με κατοίκους, μάρτυρες της επιθετικής και προκλητικής αποικιοκρατικής συμπεριφοράς και αντίληψης της εταιρείας που διεξήγαγε τις έρευνες. Οι κάτοικοι ήταν φανερά εκνευρισμένοι από την προοπτική των εξορύξεων και αρκετά ανήσυχοι για την ποιότητα των νερών τους και την τύχη του τόπους τους.

Η μάχη του Πέτα

Του Σωτήρη Λ. Δημητρίου

Επιστολή του Μάρκο Μπότσαρη :


«Κιρ γιοργι

Ειξέρις οπού έχω καλαμπαλικι πολεί και να μού δήνις την κάθε ειμερα από τέσερες μποτίλες κρασει και μισι οκα ριζι και μενο                                                          

Αδερφόσου

Μάρκο Μπότσαρις

1822 Ιουλίου 2

             Πέτα»          

    Πρόκειται για συνθηματικές λέξεις. Κρασί = Βαρέλια μπαρούτι, Ρύζι = καντάρι βόλια. Λένε ότι η επιστολή απευθυνόταν στο Γ. Τουρτούρη στη Ζάκυνθο. 

Οι θέσεις μάχης

Οι Οθωμανοί είχαν συγκεντρώσει σταδιακά στην Άρτα  από ολόκληρη την Ήπειρο ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού κυρίως Τουρκαλβανών, οι οποίες υπολογίζονταν σε 7.000-8.000 υπό τους Ισμαήλ πασά Πλιάσα και Μεχμέτ Ρεσίτ πασά (Κιουταχή). 

Τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιουλίου, τουρκικός στρατός από 8.000 άνδρες βγήκε από την Άρτα με αρχηγούς τους πασάδες Μεχμέτ Ρεσίτ και Ισμαήλ Πλιάσα. Μονάδες του τουρκικού στρατού τράβηξαν προς το Κομπότι, ενώ η κύρια δύναμη κατευθύνθηκε στο Πέτα.

Ο τακτικός στρατός και οι φιλέλληνες είχαν ταχθεί στις δύο λοφοσειρές, ανάμεσα από τις οποίες βρίσκεται το χωρίο Πέτα. Στο κέντρο της πρώτης σειράς τοποθετήθηκε ο τακτικός στρατός με τον Ταρέλλα, ενισχυμένος με δύο κανόνια και δέκα πυροβολητές. Η διλοχία των φιλελλήνων με τον Ιταλό Ντάνια, επικεφαλής των φιλελλήνων έπιασε θέσεις από αριστερά, που ήταν και το πιθανότερο σημείο τουρκαλβανικής επίθεσης. Στα δεξιά τόπιασαν οι Επτανήσιοι με τον Σπύρο Πανά. Στα υψώματα που βρίσκονταν πίσω από το χωριό έμειναν για εφεδρεία τα άτακτα ελληνικά σώματα, με το Βαρνακιώτη στο κέντρο, τον Μπότσαρη αριστερά και δεξιά τον Γώγο με τον Βλαχόπουλο, ενώ λίγο πιο πίσω έπιασαν θέσεις ο Ίσκος, ο Γάτσος και ο Δημοτζέλιος. Όλες αυτές οι δυνάμεις των Eλλήνων δεν ξεπερνούσαν τις 2.000, με το πολυαριθμότερο μέρος τα σώματα των ατάκτων, που ήταν εφεδρεία. Ο στρατός αυτός έμεινε ανοχύρωτος, επειδή οι φιλέλληνες και οι τακτικοί που είχαν ταχθεί στην πρώτη σειρά, θεωρούσαν ταπεινωτικό για τον ηρωισμό τους να χτίσουν ταμπούρια, όπως έκαναν τα άτακτα πολεμικά σώματα. Δεν εισακούσθηκαν οι υποδείξεις του Μάρκου να κατασκευάσουν ταμπούρια και άλλα οχυρώματα. Ακόμα λάθος ήταν να μπουν στις προφυλακές οι φιλέλληνες, ενώ ο Μάρκος υπέδειξε να πάνε Έλληνες που ξέρουν τον τόπο αλλά και να μάχονται τον εχθρό και εκείνοι να αποσυρθούν σε άλλες θέσεις.  Ο οπλαρχηγός Γώγος εις μάτην υπέδειξε και στον αρχηγό των φιλελλήνων και στον αρχηγό του τακτικού Συνταγματάρχη Ταρέλλα να οχυρωθούν. Πήρε την απάντηση: « Ξέρουμε και εμείς να πολεμάμε καπετάν Γώγο!»

Η μάχη

Οι Έλληνες δέχτηκαν ξαφνική επίθεση από 8.000 Τούρκους, με συνεχείς επιθέσεις κατάφεραν το επιδιωκόμενο. Να σπάσουν δηλ. την άμυνα των φιλελλήνων και να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Εμπροσθοφυλακή περίπου 80 Τουρκαλβανοί αποσπάστηκαν από σώμα 2.000 ανδρών που είχε στείλει ο Κιουταχής για να κτυπήσει πισώπλατα τους Έλληνες. Αφού βρήκαν αφύλακτο το πέρασμα της Κορακοφωλιάς (Μετεπιού) προχώρησαν στον λόφο, όπου ήταν αφρούρητος, και ύψωσαν τουρκικές σημαίες, ακολούθησαν πυροβολισμοί οι οποίοι  δημιούργησαν γενικό πανικό και τα Ελληνικά σώματα των ατάκτων, υπό τον Γώγο Μπακόλα τράπηκαν σε φυγή. Έφυγαν όλοι για να γλυτώσουν από τον χαλασμό. Μάταια φώναζε ο Μάρκος να εκτελούνται επί τόπου οι κιοτήδες. Οι Τούρκοι ανέβηκαν στο ύψωμα κι έστησαν την σημαία τους. Ο Elster, όπως και η πλειονότητα των πηγών, αποδίδει το γεγονός αυτό σε προδοσία και εγκατάλειψη θέσης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα.

            Ο Κιουταχής εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση που επικράτησε στις γραμμές των Ελλήνων, ενίσχυσε την επίθεση εναντίων των φιλελλήνων με δύναμη ιππικού και ο τόπος σε λίγο μεταβλήθηκε σε αληθινή κόλαση. Δύο προσπάθειες πραγματοποιήθηκαν από το Σύνταγμα για να ενωθεί με τους Φιλέλληνες, χωρίς όμως αποτέλεσμα καθώς στην πρώτη σκοτώθηκε ο Tarella και στην δεύτερη τραυματίστηκε ο στρατηγός Norman. Πάνω στους φιλέλληνες έπεσαν  με ορμή οι Τούρκοι για να πάρουν μπαξίσι από τον σερασκέρι. Οι φιλέλληνες κατά γενική ομολογία,  πολέμησαν γενναία και έπεσαν για την Ελλάδα και την Ήπειρο. 

Έντεκα Πολωνοί με τον αξιωματικό Marzefski, άνοιξαν τον κλοιό των Τούρκων και ταμπουρώθηκαν στην εκκλησία. έχοντας εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους, ανεβαίνουν στη στέγη της εκκλησίας. Οι Τούρκοι ανεβαίνουν στην εκκλησία, και ο αγώνας συνεχίζεται σώμα προς σώμα, με τις γροθιές και τα δόντια. Τελικά και οι δώδεκα Πολωνοί σκοτώθηκαν, αφού έστρωσαν το έδαφος γύρω τους με τουρκικά κορμιά. 

Ο αγώνας για κάθε σπιθαμή εδάφους παίρνει άγρια μορφή. Οι ντελήδες ορμούν κατά των πυροβολητών, που με κανένα τρόπο δεν εγκαταλείπουν τα πυροβόλα τους. Δίπλα τους οι τακτικοί στρώνονται στο έδαφος κατακρεουργημένοι από τις σπάθες του ιππικού, τους αντικαθιστούν οι επόμενοι, που πέφτουν και αυτοί νεκροί. Οι Επτανήσιοι επίσης, συσπειρωμένοι γύρω από τους αρχηγούς τους, μπαίνουν και αυτοί στο μακάβριο χορό, προξενούν σημαντικές απώλειες στα μαινόμενα στίφη των Τουρκαλβανών, αλλά τελικά, ο ένας μετά τον άλλο στρώνονται νεκροί στο έδαφος. Οι Τούρκοι κατορθώνουν να διασπάσουν τις γραμμές των τακτικών και να διασκορπίσουν τους ηρωικούς αυτούς μαχητές. Ανάμεσα τους σοβαρά τραυματισμένος και ο στρατηγός Norman. Τραγικότερη η θέση των φιλελλήνων, που απομονώθηκαν στο Πέτα. Ο Συνταγματάρχης Dania, βλέποντας ότι ο αγώνας ήταν άνισος, έδωσε εντολή για υποχώρηση προς το Κομπότι, βλέποντας όμως ότι πέφτει πάνω σε μεγάλη δύναμη Τούρκων, ξαναγυρίζει προς το Πέτα. Οι φιλέλληνες, πιεζόμενοι τώρα από όλα τα μέρη, δεν σκέφτονταν πλέον παρά πως θα πουλήσουν ακριβότερα τη ζωή τους. Σκηνές άφθαστου ηρωισμού και δραματικού μεγαλείου ακολουθούν. Είκοσι Τουρκαλβανοί ρίχνονται συγχρόνως κατά του Συνταγματάρχη Dania, τον ανατρέπουν, τον κτυπούν όλοι μαζί, και του παίρνουν το κεφάλι. Ο Γάλλος λοχαγός Μονιάκ, τραυματισμένος στην κνήμη, στηρίζεται στον κορμό μιας ελιάς, όταν ολόκληρο μπουλούκι ρίχνεται εναντίον του. Θέλουν να τον παραδώσουν ζωντανό στον Πασά, υπολογίζοντας ότι θα πάρουν γερό μπαξίσι. Όμως οι φοβεροί σπαθισμοί του Μονιάκ ρίχνουν τους Τούρκους γύρω του στο χώμα, με κραυγές λύσσας και πόνου. Τότε κάποιος πηγαίνει πίσω του και τον πυροβολεί πισώπλατα. Και τότε οι Τουρκαλβανοί ρίχνονται πάνω του και του παίρνουν το κεφάλι. Τώρα οι περισσότεροι φιλέλληνες κείτονται άψυχοι στο πεδίο της μάχης. Μόνο δύο λοχαγοί, ο Γερμανός Χέλμαν και ο Βέλγος Ανναί, μ’ όλο που είναι τραυματισμένοι, κατορθώνουν με είκοσι πέντε άλλους, να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά, και να προχωρήσουν προς ορεινή διάβαση που ήταν αφύλακτη. Και την τραγικότερη τύχη είχαν όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Φορτώθηκαν τα κεφάλια των σκοτωμένων συντρόφων τους και τα μετέφεραν στην Άρτα. 

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για τους φιλέλληνες. Ο κυριότερος όγκος περίπου 250 Γερμανοί, η μεγαλύτερη συνεισφορά των Γερμανών σε στρατιωτική επιχείρηση στην Ελλάδα υπήρξε η συμμετοχή στην μάχη του Πέτα, ακολουθούν σε αριθμό οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, μικρότερη συμμετοχή των Πολωνών, Ελβετών, Ρώσων, Άγγλων, Μικρασιατών, Βούλγαρων, Σουηδών, Φιλανδων, Ολλανδών, Βέλγων, Ούγγρων, Ισπανών, Πορτογάλων και Αμερικάνων. Συμμετείχαν φιλέλληνες από 19 χώρες. Η τύχη του ελληνικού στρατού στο Κομπότι και το Πέτα ήταν κάτι πολύ σοβαρότερο από μια απλή ήττα. Τα 2/3 από το σώμα των φιλελλήνων και ο αρχηγός τους, οι μισοί από τους Επτανησίους, καθώς και το 1/3 του τακτικού στρατού με το Συνταγματάρχη του, έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ενώ τα άτακτα σώματα διαλύθηκαν και σκορπίστηκαν. Έτσι η εκστρατεία της Ηπείρου κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή. Η συντριβή των Ελλήνων και Φιλελλήνων στο Πέτα, ήταν αποτέλεσμα σειράς παραλείψεων , αμελειών και έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων .Η αναμφισβήτητη γενναιότητα των Φιλελλήνων δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την έκβαση της μάχης.  Ο Λάμπρος Κουτσονίκας ως επίλογο της καταστροφής του Πέτα, γράφει στην«Γενική Ιστορία Της Ελληνικής Επαναστάσεως»: «Τα παθήματα της μέρας εκείνης ήταν μεγάλα, εφονεύθησαν, ο Ταρέλας, ο Δανίας, ο δε Νορμάνος και ο Πανάς επληγώθησαν, το τρίτον του τακτικού, το ήμισυ των Ιόνων, και τα δύο τρίτα των φιλελλήνων, δέκα πυροβολισταί και ο σημαιοφόρος απωλέσθησαν, οι ασθενείς εν τω χωρίω εσφάγησαν, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι του χωρίου, επήραν τα τροφάς, τα πολεμοφόδια και την σημαίαν των φιλελλήνων καθώς και δύο κανόνια, οι δε Τούρκοι άφησαν φρουράν εις χωρίον και απήλθον εις Άρταν, οι δε Έλληνες εις την Λαγκάδα. Μετά την μάχην άπαντες απέδιδον την προδοσίαν στον Γώγον Μπακόλαν, όστις είχεν υποσχεθή να φρουρήση τον λόφον  και τον άφησε και εξ αυτού απήλθε η απώλεια της μάχης, ο Γώγος ήλθε να απολογηθή, αλλ’ ακολούθως επροσκύνησε τους Τούρκους και έμεινε μέχρι τέλους μετ’ αυτών». Τις μαρτυρίες αυτές τις έχει ο Λάμπρο Κουτσονίκας από ό,τι παρακάτω γράφει, «…τας οποίας αξιότιμοι άνδρες λεπτομερώς εξιστόρησαν, και περί των μαχών αυτών, και περί των ελαττωμάτων αυτών». Βέβαια το να μη μπορέσει να κρατήσει το ύψωμα, αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά και προδοσία  (άλλωστε αυτό αμφισβητείται από κάποιους). Δεν αμφισβητείται όμως η ανδρεία του αλλά ο χαρακτήρας του. Αυτό ισχυρίζεται και ο Γκούσταβ Φρίντριχ Χέρτσβεργκ, τονίζοντας:  «ήτο εν τω βάθει της ψυχής αυτού σφοδρός εχθρός των Σουλιωτών και των φιλελλήνων, έπαιζε δε νυν διπλούν παίγνιον, κινδυνωδέστατον εν τη θέσει, ην ελάμβανε μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων …Εν τη αμφιβόλω αυτού στάσει, εσκόπει προφανώς να προσχωρήσει εν τη στιγμή της κρίσεως εγκαίρως εις εκείνην την μερίδα, εις ην ήθελε τραπεί η του πολέμου τύχη». Οι Φιλέλληνες τον αποκαλούσαν ευθέως προδότη.  Ο Γώγος, φοβούμενος ότι δεν θα μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του,  γράφει ο Σπ. Τρικούπης: «Εσυμβιβάσθη μετά των Τούρκων και Τούρκος έκτοτε διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του».  Μετά το τέλος της μάχης πάντως έσωσε πολλούς Έλληνες από βέβαιο θάνατο. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης έγραψε για τον Γώγο: «Χάριτες του χρωστάει η πατρίς, ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε».  Διοικητής σε αυτή την συντριβή ήταν ο πρόεδρος του εκτελεστικού «Πρίγκηψ» Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με υποδιοικητή τον Χριστόφορο Περραιβό. «Μεγάλη ευθύνη για την συντριβή στο Πέτα έχει αναμφίβολα ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που λόγω της φιλοδοξίας του και της αρχομανίας του, επέμενε να παραμείνει στην Ήπειρο». Αποφαίνονται οι ιστορικοί και οι αναλυτές της μάχης του Πέτα. Μετά την καταστροφή, οι Έλληνες άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται, με τον Γώγο Μπακόλα να δέχεται τις πιο σκληρές επικρίσεις, επειδή απερίσκεπτα άφησε αφύλακτο τον λόφο Μετεπιού ο οποίος μετά από αυτό αυτομόλησε στους Τούρκους. Οι Τούρκοι είχαν κι αυτοί μεγάλες απώλειες κατά τη μάχη του Πέτα περίπου 1.000 νεκρούς.  Οι Σουλιώτες χάνοντας πλέον κάθε ελπίδα για βοήθεια, συνθηκολόγησαν, πέτυχαν όμως μία ισότιμη συνθηκολόγηση, με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι μετά την καταστροφή στο Πέτα, κυριάρχησαν στην Ήπειρο. Έμελλε αυτή να είναι η αρχή του  (μετά από λίγο καιρό) τέλους του Σουλίου. Να αφήσει εκεί ο Ομέρ Βρυώνης, φρουρά 30 ατόμων, να επιτηρεί την «απαγόρευση οποιουδήποτε έμβιου όντως», στο Σούλι και στους τρεις ακόμη οικισμούς.  

 Σ.Σ. Σούλι: Το γνωστό ηρωικό χωριό των Σουλιωτών, με οικισμούς τότε, την Σαμονίβα, την Κιάφα και το Αβαρίκο, δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ πια από τους Σουλιώτες της ιστορίας, ούτε από τους απογόνους τους…!           

Νίκος Καννελόπουλος Ειδ. Επιστήμων Στρατ. Ιστορίας Σχ. Ευελπίδων.

Νίκος τόμπρος Λέκτοράς πολιτικής Ιστορίας Σχ. Ευελπίδων

(Περιοδ. ΕΣΤΙΑ (Τόμος Δ΄ αρ. 84 σελ. 510)

Νίκος Ζιάγκος: «Μάρκος Μπότσαρης

Γιώργος Γκορέςζης: Ο Κίτσος Τζαβέλλας

Λάμπρος Κουτσονίκας: «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. 2

Γκούσταβ Φρίντριχ Χέρτσβεργκ «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»

Ο Φιλελληνισμός από το 1821 έως σήμερα. Β΄ Επιστημονικό Συνέδριο 2007 Δήμου Πέτα